ἡ πρώτη τὰ εἴδωλα περικόψασα τὰς θυσίας συνεχώρησεν· ἡ δευτέρα τὰς θυσίας περιελοῦσα τὴν περιτομὴν οὐκ ἐκώλυσεν· εἶτα ὡς ἅπαξ ἐδέξαντο τὴν ὑφαίρεσιν, καὶ τὸ συγχωρηθὲν συνεχώρησαν· οἱ μὲν τὰς θυσίας, οἱ δὲ τὴν περιτομήν· καὶ γεγόνασιν, ἀντὶ μὲν ἐθνῶν, Ἰουδαῖοι· ἀντὶ δὲ τούτων, Χριστιανοί, ταῖς κατὰ μέρος μεταθέσεσι κλαπέντες ἐπὶ τὸ εὐαγγέλιον. πειθέτω σὲ τοῦτο Παῦλος, ἐκ τοῦ περιτέμνειν καὶ ἁγνίζεσθαι προελθὼν ἐπὶ τὸ λέγειν· Ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; ἐκεῖνο τῆς οἰκονομίας, τοῦτο τῆς τελειότητος.
Μετάφραση
Η πρώτη, αφού απέκοψε τα είδωλα, επέτρεψε τις θυσίες· η δεύτερη, αφού αφαίρεσε τις θυσίες, δεν απαγόρευσε την περιτομή. Έπειτα, εφόσον αποδέχθηκαν πλέον την αφαίρεση, εγκατέλειψαν και αυτό που τους είχε παραχωρηθεί· οι μεν τις θυσίες, οι δε την περιτομή. Και έγιναν, αντί για εθνικοί, Ιουδαίοι· και αντί για Ιουδαίοι, Χριστιανοί, οδηγούμενοι ανεπαίσθητα στο Ευαγγέλιο μέσω των σταδιακών αυτών μεταβάσεων. Ας σε πείσει για αυτό ο Παύλος, ο οποίος, προχωρώντας από την πρακτική του να περιτέμνει και να αγνίζει, έφτασε στο σημείο να λέει: «Εγώ δε, αδελφοί, εάν κηρύσσω περιτομή, γιατί ακόμη διώκομαι;». Το πρώτο ήταν ζήτημα της θείας οικονομίας, το δεύτερο της τελειότητας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες