Ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπεῖν ἐν σαρκὶ, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι. Ἐννόησον, ὅση κατέχει τὴν μακαρίαν ἐκείνην ψυχὴν ὀδύνη. Καθάπερ γὰρ οἱ πένθει τινὶ περιπεσόντες, ἤ τινα τῶν γνησίων ἀποβαλόντες, καί τινα τῶν ἀδοκήτων ὑπομένοντες, οὔτε νύκτωρ ἡσυχάζουσι, οὔτε μεθ᾽ ἡμέραν, τοῦ πένθους αὐτοῖς τὴν ψυχὴν πολιορκοῦντος· οὕτω καὶ ὁ μακάριος Παῦλος εἰπὼν ὀλίγα περὶ τῶν ἠθῶν, πάλιν ἐπὶ τὰ πρότερα ἐπανέρχεται, ἃ μάλιστα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν διετάραττε, λέγων οὕτως· Ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί.
Μετάφραση
Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το δικό μου χέρι. Όσοι θέλουν να είναι ευάρεστοι κατά σάρκα, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεστε. Αναλογίσου πόση οδύνη κατέχει εκείνη τη μακάρια ψυχή. Διότι, όπως ακριβώς εκείνοι που έχουν περιπέσει σε κάποιο πένθος, ή έχουν χάσει κάποιον από τους οικείους τους, και υπομένουν κάποια απροσδόκητη συμφορά, δεν ησυχάζουν ούτε τη νύχτα ούτε την ημέρα, επειδή το πένθος πολιορκεί την ψυχή τους· έτσι και ο μακάριος Παύλος, αφού μίλησε λίγο περί των ηθών, επανέρχεται πάλι στα προηγούμενα, τα οποία περισσότερο από όλα συντάραζαν την ψυχή του, λέγοντας τα εξής: Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το δικό μου χέρι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες