Εἶδες πῶς οὐκ ἐν τῇ φύσει, ἀλλ᾽ ἐν τῇ προαιρέσει τῆς γνώμης τῆς ἡμετέρας κεῖται καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς, καὶ τὰ τῆς κακίας; Ἰδοὺ γὰρ κατὰ μὲν τὴν φύσιν ἀδελφοὶ ἐτύγχανον ὅ τε πατριάρχης, καὶ ὁ Ναχὼρ, κατὰ δὲ τὴν προαίρεσιν οὐκ ἔτι· ἀλλ᾽ ἐκεῖνος μὲν καίτοι τοῦ ἀδελφοῦ πρὸς τοσαύτην ἀρετὴν φθάσαντος, ἔτι τῇ πλάνῃ προκατείληπτο· οὗτος δὲ καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν ἐδείκνυ δι᾽ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἅπασι τῆς κατὰ Θεὸν αὐτοῦ ἀρετῆς τὴν ἐπίδοσιν. Καὶ ἦλθε, φησὶν, εἰς γῆν Χαναὰν, καὶ διώδευσεν Ἄβραμ τὴν γῆν εἰς τὸ μῆκος αὐτῆς, ἕως τοῦ τόπου τοῦ Συχὲμ, ἐπὶ τὴν δρῦν τὴν ὑψηλήν. Διδάσκει ἡμᾶς ἡ Γραφὴ τὸ μέρος τῆς χώρας, εἰς ὃ νῦν τὴν κατοίκησιν ποιεῖται ὁ δίκαιος. Εἶτα, ἵνα μάθωμεν ὅπως διέκειτο ἔτι τὰ αὐτόθι, φησὶν, Οἱ δὲ Χαναναῖοι τότε κατῴκουν τὴν γῆν. Οὐχ ἁπλῶς τοῦτο ἐπεσημήνατο πάλιν ὁ μακάριος Μωϋσῆς, ἀλλ᾽ ἵνα μάθωμεν καὶ ἐντεῦθεν τὴν φιλόσοφον γνώμην τοῦ πατριάρχου, ὅτι τῶν τόπων ἔτι προκατειλημμένων ὑπὸ τῶν Χαναναίων, ἠναγκάζετο καθάπερ ἀλήτης καὶ ξένος, καὶ ὡς εἷς τῶν εὐτελῶν καὶ ἀπεῤῥιμμένων, ὡς ἔτυχε καταλύειν, οὐδὲ καταγωγίου ἴσως εὐπορῶν. Καὶ ὅμως οὐδὲ οὕτως ἐδυσχέρανεν, οὐδὲ εἶπε· Τί τοῦτο;
Μετάφραση
Είδες πώς τόσο η αρετή όσο και η κακία δεν έγκεινται στη φύση, αλλά στην προαίρεση της δικής μας βούλησης; Διότι ιδού, κατά τη φύση βέβαια ήταν αδελφοί και ο πατριάρχης και ο Ναχώρ, κατά την προαίρεση όμως όχι πλέον· αλλά εκείνος μεν, αν και ο αδελφός του είχε φθάσει σε τόσο μεγάλη αρετή, κατεχόταν ακόμη από την πλάνη, ενώ αυτός, μέσα από τα ίδια του τα έργα, απέδεικνυε καθημερινά σε όλους την πρόοδο της κατά Θεόν αρετής του. «Και ήλθε», λέει, «στη γη Χαναάν, και διέσχισε ο Άβραμ τη γη κατά το μήκος της, έως τον τόπο της Συχέμ, μέχρι την υψηλή δρυ». Μας διδάσκει η Γραφή το μέρος της χώρας στο οποίο τώρα εγκαθίσταται ο δίκαιος. Έπειτα, για να μάθουμε ποια ήταν ακόμη η κατάσταση εκεί, λέει: «Οι δε Χαναναίοι κατοικούσαν τότε τη γη». Δεν το επισήμανε αυτό τυχαία πάλι ο μακάριος Μωυσής, αλλά για να μάθουμε και από αυτό το φιλόσοφο φρόνημα του πατριάρχη, ότι, εφόσον οι τόποι κατέχονταν ακόμη από τους Χαναναίους, αναγκαζόταν σαν περιπλανώμενος και ξένος, και σαν ένας από τους ευτελείς και απορριφθέντες, να καταλύει όπου τύχαινε, μη διαθέτοντας ίσως ούτε καν κατάλυμα. Και όμως ούτε έτσι δυσανασχέτησε, ούτε είπε: «Τι είναι τούτο;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες