Ὥσπερ οὖν τὰ περὶ τῆς τοῦ κυρίου ἡμῶν οἰκονομίας ἐδείξαμεν λεγόμενα μὲν ἀνθρωπίνως, οὐκ ἄμοιρα δὲ προγνώσεως (οὐδὲ γάρ τις τῶν εὖ φρονούντων εἴπῃ ἀγνοεῖν αὐτὸν ποῦ τεθείκασι Λάζαρον, ἐγγὺς ὄντα τοῦ τόπου, εἰ καὶ δι᾽ ὃν εἴπομεν τρόπον ἠρώτα, πόρρω 〈ἐπὶ〉 Γαλιλαίας πρώην ὄντα καὶ δείξαντα ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ὅτι τέθνηκε Λάζαρος), οὕτω καὶ περὶ τῆς παλαιᾶς διαθήκης ταῦτα εὐφρόνως ἀναλύομεν. τὸ εἰπεῖν τὸν θεόν «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;» οὐκ ἀγνοοῦντος ἦν, ἀλλὰ δεικνύοντος ἀπὸ οἵου ὕψους πρὸς ποῖον βάθος αἴσχους ὁ Ἀδὰμ ἐκπεπτώκει. καί «ποῦ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» ὅτι ὅν σε ἔδει φέρειν ἀεὶ ἐν ἀγκάλαις καὶ ἀεὶ συνεῖναι αὐτῷ, οὗτος ἐπὶ γῆν παρὰ σοῦ ἔρριπται. δείκνυσι γὰρ ἐκ τοῦ ἐπαγομένου ὅτι οὐκ ἀγνοίας χάριν ἠρώτα, ἀλλὰ διελέγχων ἐν τῷ εἰπεῖν ὅτι «ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου καὶ ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ τῆς γῆς, ἥτις ἔχανε τὸ στόμα αὐτῆς δέξασθαι τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐκ τῆς χειρός σου»· «ἰδού, γάρ φησιν, ἡ φωνὴ αὐτοῦ βοᾷ πρός με». καί «ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου;» οὐκ ἀγνοῶν εἶπεν. ἐπεὶ πῶς ἠγνόει ὁ γελῶσαν ἔνδον τῆς οἰκίας εἰδὼς αὐτήν; οὐκ ἀγνοῶν τοίνυν ἠρώτα, ἀλλ᾽ ἵνα παραστήσῃ ταῖς θυγατράσιν αὐτῆς ταῖς «ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν» μαθεῖν τὴν ἐκείνης ἀγωγήν, ὅταν ἁγίοις ἐκ τῶν ἰδίων καμάτων ὑπηρετεῖν πειρῶνται.
Μετάφραση
Όπως, λοιπόν, αποδείξαμε ότι τα σχετικά με την οικονομία του Κυρίου μας λέγονται μεν ανθρωπίνως, δεν στερούνται όμως προγνώσεως (διότι κανένας από τους σώφρονες δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι Εκείνος αγνοούσε πού είχαν θέσει τον Λάζαρο, όντας κοντά στον τόπο, παρόλο που ρωτούσε για τον λόγο που προαναφέραμε, ενώ προηγουμένως βρισκόταν μακριά στη Γαλιλαία και είχε φανερώσει από μόνος Του ότι ο Λάζαρος πέθανε), έτσι και σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη αναλύουμε αυτά τα ζητήματα με σύνεση. Το ότι ο Θεός είπε «Αδάμ, πού είσαι;» δεν ήταν επειδή αγνοούσε, αλλά επειδή ήθελε να δείξει από ποιο ύψος σε ποιο βάθος αίσχους είχε εκπέσει ο Αδάμ. Το ίδιο ισχύει και για το «πού είναι ο Άβελ, ο αδελφός σου;»· [ήθελε να δείξει] ότι αυτόν που όφειλες να έχεις διαρκώς στην αγκαλιά σου και να είσαι πάντα μαζί του, αυτόν εσύ τον έριξες στη γη. Διότι αποδεικνύει από τα όσα ακολουθούν ότι δεν ρωτούσε από άγνοια, αλλά ελέγχοντάς τον, με το να πει: «Επικατάρατη είναι η γη εξαιτίας των έργων σου και επικατάρατος είσαι εσύ από τη γη, η οποία άνοιξε το στόμα της για να δεχθεί το αίμα του αδελφού σου από το χέρι σου»· «διότι, ιδού», λέει, «η φωνή του βοά προς εμένα». Και το «πού είναι η Σάρρα, η γυναίκα σου;» δεν το είπε από άγνοια. Αφού πώς θα μπορούσε να το αγνοεί Εκείνος που γνώριζε ότι εκείνη γελούσε μέσα στο σπίτι; Επομένως, ρωτούσε όχι επειδή αγνοούσε, αλλά για να προβάλει [το παράδειγμα] ώστε οι θυγατέρες της που «επαγγέλλονται θεοσέβεια» να διδαχθούν τη διαγωγή της, όταν επιχειρούν να διακονήσουν τους αγίους από τους δικούς τους κόπους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες