Μὴ ἀδυνατεῖ, φησὶ, παρὰ τῷ Θεῷ ῥῆμα; Ἰδοὺ φανερῶς ἑαυτὸν ἐξεκάλυψεν. Οὐκ ἴστε, φησὶν, ὅτι τῆς φύσεως ὢν Δεσπότης πάντα δύναμαι, ἅπερ ἂν βουληθῶ, καὶ τὴν νεκρωθεῖσαν μήτραν ζωογονῆσαι, καὶ ἐπιτηδείαν κατασκευάσαι; Μὴ ἀδυνατεῖ, φησὶν, ἀδύνατόν τι τῷ Θεῷ; Οὐχὶ πάντα ποιῶ, καὶ μετασκευάζω; οὐχὶ ζωῆς καὶ θανάτου ἐξουσίαν ἔχω; Μὴ ἀδυνατεῖ παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα; Οὐ φθάσας ὑπεσχόμην δὴ τοῦτο; Μὴ ἐγχωρεῖ τὸ παρ᾽ ἐμοῦ ῥηθὲν μὴ εἰς ἔργον ἐλθεῖν; Ἄκουε τοίνυν, ὅτι Εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἀναστρέψω πρὸς σὲ εἰς ὥρας, καὶ ἔσται τῇ Σάῤῥᾳ υἱός. Ἐπειδὰν, φησὶν, ἀναστρέψω κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον, τότε γνώσεται διὰ τῶν πραγμάτων ἡ Σάῤῥα, ὅτι οὔτε τὸ γῆρας αὐτῆς κώλυμα γενήσεται, οὔτε ἡ στείρωσις· ἀλλὰ τὸ ῥῆμα τὸ ἐμὸν ἀπαράβατον ἔσται, καὶ ὁ τόκος αὐτὴν διδάξει τῶν παρ᾽ ἐμοῦ ῥηθέντων τὴν δύναμιν. Εἶτα ἐκείνη ἀκούσασα, ὅτι οὔτε τὰ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῆς κινηθέντα ἔλαθε τὸν παρόντα, Ἠρνήσατο, λέγουσα· Οὐκ ἐγέλασα. Ὁ γὰρ φόβος κατέσεισεν αὐτῆς τὴν διάνοιαν. Διὰ τοῦτο τῇ ἀσθενείᾳ αὐτῆς ἡ Γραφὴ τὸ πᾶν λογιζομένη φησὶν, Ἐφοβήθη γάρ. Ἀλλ᾽ ὁ πατριάρχης φησὶ πρὸς αὐτὴν, Οὐχὶ, ἀλλὰ ἐγέλασας.
Μετάφραση
«Μήπως είναι αδύνατος για τον Θεό οποιοσδήποτε λόγος;» λέει. Ιδού, ολοφάνερα αποκάλυψε τον εαυτό Του. Δεν γνωρίζετε, λέει, ότι, όντας Κυρίαρχος της φύσεως, μπορώ να κάνω τα πάντα, όσα θελήσω, και τη νεκρωμένη μήτρα να ζωογονήσω, και να την καταστήσω κατάλληλη για τεκνοποιία; Μήπως αδυνατεί, λέει, ή είναι κάτι αδύνατο για τον Θεό; Δεν τα δημιουργώ όλα εγώ, και τα μεταβάλλω; Δεν έχω εγώ την εξουσία ζωής και θανάτου; Μήπως είναι αδύνατος για τον Θεό οποιοσδήποτε λόγος; Δεν το είχα υποσχεθεί ήδη αυτό προηγουμένως; Μήπως είναι δυνατόν αυτό που ειπώθηκε από εμένα να μην πραγματοποιηθεί; Άκουγε λοιπόν, ότι «Κατά τον καιρό αυτόν θα επιστρέψω σε σένα την ίδια εποχή του επόμενου έτους, και η Σάρρα θα αποκτήσει υιό». Όταν, λέει, επιστρέψω κατά τον καιρό αυτόν, τότε θα γνωρίσει η Σάρρα μέσα από τα ίδια τα γεγονότα, ότι ούτε τα γηρατειά της θα αποτελέσουν εμπόδιο, ούτε η στειρότητα· αλλά ο λόγος μου θα παραμείνει απαράβατος, και η γέννηση θα της διδάξει τη δύναμη των όσων ειπώθηκαν από εμένα. Έπειτα εκείνη, επειδή άκουσε ότι ούτε καν οι σκέψεις που κινήθηκαν στη διάνοιά της δεν έμειναν κρυφές από Εκείνον που ήταν παρών, το αρνήθηκε, λέγοντας: «Δεν γέλασα». Διότι ο φόβος συγκλόνισε τη διάνοιά της. Γι' αυτό η Γραφή, αποδίδοντας τα πάντα στην αδυναμία της, αναφέρει: «Επειδή φοβήθηκε». Αλλά ο πατριάρχης της λέει: «Όχι, αλλά γέλασας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες