Παῖδα δὲ νῦν ἑαυτὸν οὐκ ἀπὸ τῆς ἡλικίας καλεῖ, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀνδρείας. Οὕτω δὲ καὶ ὁ Ἀβραάμ, ὅτε ἑκατὸν ἐτῶν ἐγένετο, τότε παῖδα τοῦ κυρίου ἑαυτὸν ἐκάλει. Ὅτε γὰρ τὸν κύριον ὑπὸ τὴν καλύβην ἐλθεῖν προετρέπετο, ἔλεγεν· 〈Εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου. Καὶ ὁ κύριος δὲ εἶπεν· Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἀβραὰμ τοῦ παιδός μου. Ἀνακαινισθήσεται γάρ,〉 φησίν, 〈ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου.〉 Ἀλλὰ καὶ παῖς κυρίου ὡς δοῦλος κυρίου. 〈Ἃ ἐλάλησεν τῷ κυρίῳ.〉 Ὢ παρρησία παιδός· τῷ δεσπότῃ ὡς φίλῳ λαλεῖ καὶ τῷ θεῷ ὡς πατρὶ ὁμιλεῖ. Ὁ γὰρ εὔνους παῖς ὡς τέκνον παρρησιάζεται πρὸς τὸν ἑαυτοῦ κύριον· τὴν ἱκεσίαν γὰρ ὁμιλίαν εἶπεν διὰ τὴν πολλὴν παρρησίαν. Καὶ τί ἐλάλησεν τῷ κυρίῳ; 〈Τοὺς λόγους τῆς ᾠδῆς ταύτης.〉 Καὶ διὰ τί οὐ ψαλμὸν ᾠδῆς ὠνόμασεν; Ὅτι γηράσας λοιπὸν ὁ Δαυίδ, οὐ κιθαρίζων ἢ τυμπανίζων, ἀλλ᾽ ὁμιλῶν τῷ θεῷ ἐλάλησεν· γηράσαντι γὰρ ἀνθρώπῳ τὰ μουσικὰ ὄργανα ὄχλος ἀκοῆς, ἀλλ᾽ οὐχ᾽ ἡδονὴ ψυχῆς. Καὶ τούτου μάρτυς Βερζελλὶ ὁ Γαλααδίτης, ὅστις δεξιωσάμενος τὸν Δαυὶδ ἐν τῷ πολέμῳ τῷ κατὰ τὸν Ἀβεσσαλώμ, καὶ εἰρήνης γενομένης παρακαλούμενος παρὰ τοῦ Δαυὶδ καὶ λέγοντος αὐτῷ· 〈Διάβηθι μετ᾽ ἐμοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ διαθρέψω τὸ γῆράς σου ἐν εἰρήνῃ,〉 ἀποκρίνεται· 〈Πόσαι λοιπὸν ἡμέραι ζωῆς ἔσονταί μοι ἐκεῖ;
Μετάφραση
Αποκαλεί τώρα τον εαυτό του «παίδα» όχι λόγω της ηλικίας του, αλλά λόγω της αρετής και της ανδρείας του. Έτσι και ο Αβραάμ, όταν έγινε εκατό ετών, τότε αποκαλούσε τον εαυτό του παίδα του Κυρίου. Διότι, όταν προέτρεπε τον Κύριο να έλθει στη σκηνή του, έλεγε: «Αν βρήκα χάρη ενώπιόν σου, μην προσπεράσεις τον δούλο σου». Και ο Κύριος επίσης είπε: «Δεν θα κρύψω εγώ τίποτα από τον Αβραάμ, τον δούλο μου. Διότι θα ανανεωθεί», λέει, «όπως του αετού η νεότητά σου». Αλλά και ο παίς του Κυρίου νοείται ως δούλος του Κυρίου. «Αυτά που μίλησε στον Κύριο». Ω, παρρησία του δούλου! Μιλάει στον Δεσπότη σαν σε φίλο και συνομιλεί με τον Θεό σαν σε πατέρα. Διότι ο ευγνώμων δούλος μιλάει με παρρησία σαν τέκνο προς τον δικό του κύριο· διότι ονόμασε την ικεσία συνομιλία εξαιτίας της μεγάλης του παρρησίας. Και τι είπε στον Κύριο; «Τους λόγους αυτής της ωδής». Και γιατί δεν την ονόμασε ψαλμό ωδής; Επειδή ο Δαβίδ, έχοντας πλέον γεράσει, μίλησε στον Θεό όχι παίζοντας κιθάρα ή τύμπανο, αλλά συνομιλώντας μαζί Του. Διότι για έναν γερασμένο άνθρωπο τα μουσικά όργανα αποτελούν ενόχληση για την ακοή και όχι απόλαυση για την ψυχή. Και μάρτυρας αυτού είναι ο Βερζελλί ο Γαλααδίτης, ο οποίος φιλοξένησε τον Δαβίδ κατά τον πόλεμο εναντίον του Αβεσσαλώμ, και όταν επήλθε ειρήνη και παρακαλούνταν από τον Δαβίδ που του έλεγε: «Διάβα μαζί μου στην Ιερουσαλήμ και θα θρέψω τα γηρατειά σου εν ειρήνη», εκείνος απαντά: «Πόσες πλέον ημέρες ζωής θα έχω εκεί;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες