Καὶ τὸ, «Ἄνθρωπός τις ἐποίει γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ·» καὶ ἐνταῦθα δὲ ἄνδρα αὐτὸν λέγει· ἀλλὰ ἡ πραγματεία τῆς Γραφῆς Θεὸν αὐτὸν δείκνυσιν. Ὅτι δὲ φανερώτατα εἷς τῶν δύο ἀγγέλων ὁ Υἱὸς ἦν, αὐτὴ ἡ Γραφὴ ἐδίδαξεν. Μακ. Πῶς; Ὀρθ. Μετὰ γὰρ τὸ φαγεῖν αὐτοὺς καὶ εὐλογηθῆναι τὸν Ἀβραὰμ, καὶ τὴν τοῦ Ἰσαὰκ λαβεῖν αὐτὸν ἐπαγγελίαν, οὕτως γέγραπται, καὶ ἐὰν μακροθυμήσῃς, λέγω. Μακ. Εἰπέ. Ὀρθ. «Καὶ ὁ Κύριος εἶπεν· Οὐ μὴ κρύψω ἀπὸ Ἀβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ μέλλω ποιεῖν ἐγώ. Ἀβραὰμ δὲ γενόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολὺ, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς·» εἶτα μετ᾽ ὀλίγα· «Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας πεπλήθυνται πρὸς μὲ, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα. Καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρὸς μὲ συντελοῦνται· εἰ δὲ μὴ, ἵνα γνῶ. Καὶ ἀποστραφέντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες, ἦλθον εἰς Σόδομα. Ἀβραὰμ δὲ ἦν ἑστηκὼς ἔναντι Κυρίου· καὶ ἐγγίσας Ἀβραὰμ εἶπεν· Μὴ συναπολέσεις δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος, ὡς ὁ ἀσεβής; Ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολέσεις αὐτοὺς, καὶ οὐκ ἀνήσεις ἅπαντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; Μηδαμῶς σὺ ποιήσῃς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής· μηδαμῶς. Ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν οὐ ποιήσει κρίσιν;
Μετάφραση
Όπως και το χωρίο: «Κάποιος άνθρωπος έκανε γάμους για τον γιο του»· και εδώ βέβαια τον ονομάζει άνδρα, αλλά το κείμενο της Γραφής αποδεικνύει ότι είναι ο Θεός. Το ότι δε ολοφάνερα ο ένας από τους δύο αγγέλους ήταν ο Υιός, η ίδια η Γραφή το δίδαξε. Μακ. Πώς; Ορθ. Διότι, αφού έφαγαν και ευλογήθηκε ο Αβραάμ, και έλαβε την υπόσχεση για τον Ισαάκ, έτσι έχει γραφτεί, και εάν κάνεις υπομονή, θα στο πω. Μακ. Πες. Ορθ. «Και ο Κύριος είπε: Δεν θα κρύψω από τον δούλο μου τον Αβραάμ όσα πρόκειται εγώ να κάνω. Ο δε Αβραάμ θα γίνει έθνος μεγάλο και πολυάριθμο, και μέσω αυτού θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης»· έπειτα από λίγο: «Είπε δε ο Κύριος: Η κραυγή των Σοδόμων και της Γομόρρας πλήθυνε προς εμένα, και οι αμαρτίες τους είναι πάρα πολύ μεγάλες. Θα κατέβω λοιπόν για να δω αν πράττουν σύμφωνα με την κραυγή τους που φτάνει σε εμένα· ειδάλλως, για να το γνωρίσω. Και οι άνδρες, αφού στράφηκαν από εκεί, πήγαν στα Σόδομα. Ο δε Αβραάμ στεκόταν ακόμη ενώπιον του Κυρίου· και πλησιάζοντας ο Αβραάμ, είπε: Μήπως θα καταστρέψεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή, και θα είναι ο δίκαιος όπως ο ασεβής; Εάν υπάρχουν πενήντα δίκαιοι μέσα στην πόλη, θα τους καταστρέψεις, και δεν θα συγχωρήσεις ολόκληρο τον τόπο χάρη στους πενήντα δικαίους, εάν βρίσκονται μέσα σε αυτήν; Σε καμία περίπτωση να μην κάνεις τέτοιο πράγμα, να θανατώσεις δηλαδή δίκαιο μαζί με ασεβή, και να γίνει ο δίκαιος όπως ο ασεβής· σε καμία περίπτωση. Αυτός που κρίνει ολόκληρη τη γη δεν θα αποδώσει δικαιοσύνη;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες