Εἶπεν δὲ ὁ Κύριος· Ἐὰν εὕρω ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δικαίους ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω πάντα τὸν τόπον δι᾽ αὐτούς.» Καὶ οὕτως ὑφείλας πέντε, καὶ πάλιν πέντε, ἦλθεν ἕως δέκα· «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Οὐκ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα. Ἀπῆλθεν δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ Ἀβραάμ· καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.» Μακ. Εἰπὲ τὰ ἑξῆς. Ὀρθ. «Ἦλθον δὲ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα.» Μακ. Ἀκούεις, ὅτι ἄγγελοι ἦσαν οἱ δύο; Ὀρθ. Προλαβὼν εἶπον, ὅτι ὥσπερ λέγει τοὺς δύο ἄνδρας, καὶ οὐκ ἦσαν τῇ φύσει ἄνδρες· οὕτως καὶ τοὺς δύο ἀγγέλους λέγει, καὶ οὐκ ἦσαν τῇ φύσει ἄγγελοι, ἀλλὰ καταχρηστικῶς, ἐκ τοῦ ἀγγέλλειν αὐτοὺς τὴν τοῦ Θεοῦ βουλήν. Τῶν δὲ ἑξῆς ἀκούσωμεν.
Μετάφραση
Είπε δε ο Κύριος: «Εάν βρω στα Σόδομα πενήντα δικαίους μέσα στην πόλη, θα συγχωρήσω όλο τον τόπο για χάρη τους.» Και έτσι, αφού αφαίρεσε πέντε, και πάλι πέντε, έφθασε έως τους δέκα: «Και είπε ο Θεός: Δεν θα την καταστρέψω για χάρη των δέκα. Αναχώρησε δε ο Κύριος, μόλις σταμάτησε να ομιλεί προς τον Αβραάμ· και εκείνος επέστρεψε στον οίκο του.» Μακ. Πες τα επόμενα. Ορθ. «Ήλθαν δε οι δύο άγγελοι στα Σόδομα.» Μακ. Ακούς ότι οι δύο ήταν άγγελοι; Ορθ. Προκαταβολικά ανέφερα ότι, όπως ακριβώς τους ονομάζει δύο άνδρες, και δεν ήταν άνδρες κατά τη φύση, έτσι τους ονομάζει και δύο αγγέλους, και δεν ήταν άγγελοι κατά τη φύση, αλλά καταχρηστικώς, εκ του γεγονότος ότι εξάγγελλαν τη βουλή του Θεού. Ας ακούσουμε δε τα επόμενα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες