Οὕτω γὰρ γέγραπται, ὅτι «Ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδεν, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ἔστησαν ἐπάνω αὐτοῦ,» οὐχὶ δὲ ἔμπροσθεν αὐτοῦ. Μακ. Οὐδέπω ἦν φανερωθὲν αὐτῷ, ὅτι οἱ μὲν ἄγγελοι ἦσαν, ὁ δὲ Θεός. Ὀρθ. Τέως οὖν ἰσοτίμως αὐτοὺς ἐδέξατο· «Ἔσπευσε γὰρ Ἀβραὰμ ἐπὶ τὴν σκηνὴν πρὸς Σάῤῥαν, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Σπεῦσον καὶ φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως, καὶ ποίησον ἐγκρυφίας. Καὶ εἰς τὰς βόας ἔδραμεν Ἀβραὰμ, καὶ ἔλαβεν μοσχάριον ἁπαλὸν καὶ καλὸν, καὶ ἔδωκεν τῷ παιδὶ αὐτοῦ, καὶ ἐτάχυνεν τοῦ ποιῆσαι· ἔλαβεν δὲ βούτυρον, καὶ γάλα· καὶ τὸ μοσχάριον, ὃ ἐποίησε, παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον. Αὐτὸς δὲ παρειστήκει αὐτοῖς ὑπὸ τὸ δένδρον.» Γέγραπται, ἢ οὔ; Μακ. Ναί. Ὀρθ. Καὶ οἱ ἄγγελοι συνήσθιον τῷ Θεῷ. Μακ. Ὀπτασία ἦν, ὅτι δὲ ἄγγελοι ἦσαν, εἰπὲ τὰ ἑξῆς, καὶ εὑρήσεις.
Μετάφραση
Διότι έτσι είναι γεγραμμένο, ότι: «Σηκώνοντας τα μάτια του είδε, και ιδού, τρεις άνδρες στάθηκαν από πάνω του», και όχι μπροστά του. Μακ. Δεν του είχε φανερωθεί ακόμη ότι οι μεν ήταν άγγελοι, ο δε Θεός. Ορθ. Έως τότε λοιπόν τους υποδέχθηκε ισότιμα: «Διότι έσπευσε ο Αβραάμ στη σκηνή προς τη Σάρρα, και της είπε: Σπεύσε και ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι, και φτιάξε εγκρυφίες. Και έτρεξε ο Αβραάμ στα βόδια, και πήρε ένα μοσχάρι τρυφερό και καλό, και το έδωσε στον υπηρέτη του, και εκείνος βιάστηκε να το ετοιμάσει· πήρε έπειτα βούτυρο, και γάλα, και το μοσχάρι που ετοίμασε, και τους τα παρέθεσε, και έφαγαν. Και ο ίδιος στεκόταν δίπλα τους κάτω από το δέντρο». Είναι γεγραμμένο αυτό ή όχι; Μακ. Ναι. Ορθ. Και οι άγγελοι συνέτρωγαν με τον Θεό. Μακ. Οπτασία ήταν· ότι δε ήταν άγγελοι, πες τα επόμενα, και θα το βρεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες