Στρέφονται δὲ πάλιν εἰς τὴν τῆς ἀμαθίας φιλονεικίαν καί φασιν αὐτοῦ τοῦ υἱοῦ εἶναι ταύτας τὰς φωνὰς ἐν τῇ παλαιᾷ. εὐθὺς δὲ ἐλέγχεται αὐτῶν τὸ ἐπιτήδευμα. ὁ γὰρ εἰπὼν τῷ Μωυσῇ «τί τοῦτο τὸ ἐν τῇ χειρί σου;» αὐτὸς ἔλεγεν «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν». καί φησιν ὁ κύριος τοῖς Σαδδουκαίοις περὶ ἀναστάσεως διηγούμενος «ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί, εἶπεν ὁ θεός· ἐγὼ ὁ θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ θεὸς Ἰακώβ. θεὸς οὖν ἐστι ζώντων καὶ οὐ νεκρῶν». καὶ πάλιν πολλὰ ἔστι δεῖξαι ὅτι ἐκ προσώπου τοῦ πατρός ἐστιν ἐν τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ εἰρημένα· ἀλλὰ καὶ ἐκ προσώπου τοῦ υἱοῦ πολλάκις καὶ ἐκ προσώπου πάλιν τοῦ ἁγίου πνεύματος. καί «ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου;» τῷ Ἀβραὰμ ἔλεγεν ὁ ἐλθὼν ἄνωθεν σὺν τοῖς δυσὶν ἀγγέλοις υἱὸς θεοῦ. εἰ γὰρ ἠγνόει ποῦ ἐστιν, οὐκ ἂν ἔλεγεν «Σάρρα». * «ἐγέλασεν οὖν ἡ Σάρρα ἔνδον οὖσα» βούλεται αὐτῆς ὑποδεῖξαι τὴν σεμνότητα ὑπογραμμὸν τῶν θελουσῶν εὐσεβεῖν ἐν ἀληθείᾳ, ἵν᾽ ὅτε ὑποδέχονται ξένους ἐξ ἰδίων καμάτων ὑπηρετῶσι μέν, διὰ δὲ τὴν σεμνότητα τὸ πρόσωπον αὐτῶν τοῖς ἀνδράσι μὴ ὑποδεικνύωσιν. ἐκείνη γὰρ ἡ μακαρία πάντως ἐξήρτυσε καὶ ἐξαρτύσασα εἰς πρόσωπον ἀγγέλων οὐκ ὤφθη, σεμνότητος ὑπογραμμὸν ὑποβάλλουσα ταῖς μετὰ ταῦτα γενεαῖς.
Μετάφραση
Στρέφονται δε πάλι στη φιλονικία της αμάθειας και ισχυρίζονται ότι αυτές οι φωνές στην Παλαιά Διαθήκη ανήκουν στον ίδιο τον Υιό. Αμέσως όμως ελέγχεται το τέχνασμά τους. Διότι εκείνος που είπε στον Μωυσή: «Τι είναι αυτό που έχεις στο χέρι σου;», ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι ο Ων». Και λέει ο Κύριος στους Σαδδουκαίους μιλώντας για την ανάσταση: «Ότι δε εγείρονται οι νεκροί, το είπε ο Θεός: εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Είναι λοιπόν Θεός ζώντων και όχι νεκρών». Και πάλι, υπάρχουν πολλά σημεία για να καταδειχθεί ότι στην Παλαιά Διαθήκη τα λόγια έχουν ειπωθεί εκ προσώπου του Πατρός, αλλά πολλές φορές και εκ προσώπου του Υιού, καθώς και εκ προσώπου του Αγίου Πνεύματος. Και το «Πού είναι η Σάρρα, η γυναίκα σου;», το έλεγε στον Αβραάμ ο Υιός του Θεού, ο οποίος είχε έλθει άνωθεν μαζί με τους δύο αγγέλους. Διότι, εάν αγνοούσε πού βρίσκεται, δεν θα την αποκαλούσε «Σάρρα». * «Γέλασε, λοιπόν, η Σάρρα, ενώ βρισκόταν μέσα»· με αυτό θέλει να προβάλει τη σεμνότητά της ως πρότυπο για όσες επιθυμούν να ζουν με αληθινή ευσέβεια, ώστε, όταν υποδέχονται ξένους, να τους υπηρετούν μεν με τον δικό τους κόπο, αλλά, ένεκα της σεμνότητάς τους, να μην επιδεικνύουν το πρόσωπό τους στους άνδρες. Διότι εκείνη η μακαρία οπωσδήποτε ετοίμασε το γεύμα και, αφού το ετοίμασε, δεν εμφανίστηκε ενώπιον των αγγέλων, παραδίδοντας ένα πρότυπο σεμνότητας στις μετέπειτα γενεές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες