Τίς οὖν ἐστιν ὁ λέγων μηδὲν εἶναι τὴν ἁμαρτίαν τοῦ μυσαροῦ ἔργου τούτου; Εἰ δὲ φαμὲν μηδὲν εἶναι τοῦτο, ἀδικίαν καταγγέλλομεν τοῦ Θεοῦ, ὡς περὶ οὐδενὸς τὰς πόλεις Σοδόμων καταστρέψαντος. Πειθόμενοι οὖν τῇ ἀληθείᾳ, φυλάξωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, μάλιστα ἀπὸ ταύτης τῆς ἀκαθάρτου καὶ βδελυρᾶς ἐπιθυμίας. Εἶπον δὲ οἱ ἄνδρες πρὸς Λώτ· ἔστι σοι ὧδε γαμβροί, ἢ υἱοί, ἢ θυγατέρες· ἢ ἔστι σοι ἄλλος ἐν τῇ πόλει; Ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἀπόλλυμεν ἡμεῖς τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι ὑψώθη κραυγὴ αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς Κύριος ἐκτρίψαι αὐτόν. Ἐξῆλθε δὲ Λὼτ καὶ ἐλάλησε πρὸς τοὺς γαμβροὺς αὐτοῦ τοὺς εἰληφότας τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀνάστητε καὶ ἐξέλθετε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἐκτρίβει Κύριος τὴν πόλιν. Ἔδοξε δὲ γελοιάζειν ἐναντίον τῶν γαμβρῶν αὐτοῦ. Ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγένετο, ἐσπούδαζον οἱ Ἄγγελοι τὸν Λώτ, λέγοντες· ἀνάστα, λάβε τὴν γυναῖκά σου, καὶ τὰς δύο θυγατέρας, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ καὶ σὺ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς πόλεως. Καὶ ἐκράτησαν οἱ Ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ, καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ τῶν χειρῶν τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτὸν ἔξω, καὶ εἶπον· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν. Μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ 〈τῇ〉 περιχώρῳ.
Μετάφραση
Ποιος λοιπόν είναι αυτός που λέει ότι δεν είναι τίποτα η αμαρτία αυτού του μυσαρού έργου; Αν δε πούμε ότι αυτό δεν είναι τίποτα, καταγγέλλουμε τον Θεό για αδικία, ότι δηλαδή χωρίς λόγο κατέστρεψε τις πόλεις των Σοδόμων. Πειθόμενοι λοιπόν στην αλήθεια, ας φυλάξουμε τους εαυτούς μας από κάθε αμαρτία, και μάλιστα από αυτή την ακάθαρτη και βδελυρή επιθυμία. Είπαν δε οι άνδρες προς τον Λωτ: «Έχεις εδώ γαμπρούς, ή γιους, ή θυγατέρες; Ή έχεις κάποιον άλλον στην πόλη; Βγάλε τους έξω από τον τόπο αυτόν, διότι εμείς θα καταστρέψουμε τον τόπο αυτόν, επειδή υψώθηκε η κραυγή τους ενώπιον του Κυρίου, και μας απέστειλε ο Κύριος για να τον εξολοθρεύσουμε». Βγήκε τότε ο Λωτ και μίλησε στους γαμπρούς του, οι οποίοι είχαν πάρει τις θυγατέρες του, και είπε: «Σηκωθείτε και βγείτε από τον τόπο αυτόν, διότι ο Κύριος θα εξολοθρεύσει την πόλη». Φάνηκε όμως στους γαμπρούς του ότι αστειευόταν. Όταν δε ξημέρωσε, οι Άγγελοι βίαζαν τον Λωτ, λέγοντας: «Σήκω, πάρε τη γυναίκα σου και τις δύο θυγατέρες που έχεις, και βγες έξω, για να μην καταστραφείς και εσύ μαζί με τις ανομίες της πόλεως». Και έπιασαν οι Άγγελοι το χέρι του και το χέρι της γυναίκας του και τα χέρια των δύο θυγατέρων του, επειδή ο Κύριος ο Θεός τον σπλαγχνίστηκε. Και όταν τον έβγαλαν έξω, του είπαν: «Σώσε οπωσδήποτε την ψυχή σου. Μην κοιτάξεις πίσω, ούτε να σταθείς σε όλη την περίχωρο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες