Μακ. Οἶδα, ὅτι περισπᾷς με, μὴ δυνάμενος εἰπεῖν, ποῦ γέγραπται Θεὸς τὸ Πνεῦμα. Ὀρθ. Τέως γνῶμεν, τίνες ἦσαν οὗτοι οἱ φαινόμενοι ἄνδρες, καὶ τότε αὐτὸ τὸ Πνεῦμα δώσει πάντων τῶν ζητουμένων τὴν εὕρεσιν. Μακ. Ἐγὼ, ὡς ἔχει ἡ Γραφὴ, ἀγγέλους λέγω. Ὀρθ. Κἀγὼ ἀγγέλους καὶ ἄνδρας λέγω· ἀλλ᾽ ὥσπερ τέως ὡμολόγηται ἡμῖν, ὅτι εἷς τῶν τριῶν ἀνδρῶν Κύριος ὁ Θεὸς, οὕτως ἡ ἐξέτασις εὑρήσει καὶ οἱ δύο τίνες ἦσαν. Μακ. Εἰπὲ τί θέλεις. Ὀρθ. Τὰ ἑξῆς ἀναγινώσκω; Μακ. Ἀνάγνωθι. Ὀρθ. «Ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγένετο, ἐπεσπούδαζον οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ, λέγοντες· Ἀναστὰς λαβὲ τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰς δύο θυγατέρας, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς πόλεως. Καὶ ἐταράχθησαν, καὶ ἐκράτησαν οἱ ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ, καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ τῶν χειρῶν τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς ἔξω, καὶ εἶπον· Σῶζε τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, καὶ μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ. Εἰς τὸ ὄρος σώζου, μή ποτε συμπαραληφθῇς. Εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτόν· Δέομαι, Κύριε, ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος ἐναντίον σου, καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου, ὃ ποιεῖς ἐπ᾽ ἐμὲ, τοῦ ζῇν τὴν ψυχήν μου. Ἐγὼ δὲ οὐ δυνήσομαι σωθῆναι εἰς τὸ ὄρος, μή ποτε μεταλάβῃ με τὰ κακὰ, καὶ ἀποθάνω. Ἰδοὺ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς, τοῦ καταφυγεῖν με ἐκεῖ, ἥ ἐστι μικρά.
Μετάφραση
Μακ. Γνωρίζω ότι με περισπάς, επειδή δεν μπορείς να πεις πού είναι γραμμένο ότι το Πνεύμα είναι Θεός. Ορθ. Προς το παρόν ας μάθουμε ποιοι ήταν αυτοί οι άνδρες που εμφανίστηκαν, και τότε το ίδιο το Πνεύμα θα δώσει την απάντηση σε όλα όσα αναζητούμε. Μακ. Εγώ, όπως αναφέρει η Γραφή, λέω ότι ήταν άγγελοι. Ορθ. Και εγώ λέω ότι ήταν άγγελοι και άνδρες· αλλά όπως μέχρι τώρα έχουμε συμφωνήσει ότι ο ένας από τους τρεις άνδρες είναι ο Κύριος και Θεός, έτσι και η έρευνα θα αποκαλύψει ποιοι ήταν οι άλλοι δύο. Μακ. Πες ό,τι θέλεις. Ορθ. Να διαβάσω τα επόμενα; Μακ. Διάβασε. Ορθ. «Όταν δε ξημέρωσε, οι άγγελοι πίεζαν τον Λωτ, λέγοντας: Σήκω, πάρε τη γυναίκα σου και τις δύο κόρες σου που έχεις, και βγες έξω, για να μην καταστραφείς μαζί με τις ανομίες της πόλης. Και καθώς εκείνοι ταράχτηκαν, οι άγγελοι έπιασαν το χέρι του, και το χέρι της γυναίκας του, και τα χέρια των δύο θυγατέρων του, επειδή ο Κύριος τον σπλαχνίστηκε. Και όταν τους έβγαλαν έξω, είπαν: Σώσε την ψυχή σου, και μην κοιτάξεις πίσω, ούτε να σταθείς πουθενά σε όλη τη γύρω περιοχή. Να σωθείς καταφεύγοντας στο βουνό, για να μην παρασυρθείς στον όλεθρο. Είπε δε ο Λωτ προς αυτόν: Σε παρακαλώ, Κύριε, επειδή ο δούλος σου βρήκε έλεος ενώπιόν σου, και μεγάλυνας τη δικαιοσύνη σου με αυτό που κάνεις σε εμένα, ώστε να κρατήσεις ζωντανή την ψυχή μου. Εγώ, όμως, δεν θα μπορέσω να διασωθώ στο βουνό, μήπως με προφτάσει το κακό και πεθάνω. Ιδού, αυτή η πόλη είναι κοντά για να καταφύγω εκεί, η οποία είναι μικρή».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες