Οὐ μικρά ἐστι; καὶ ζήσεται ἡ ψυχή μου.» Ἀκούεις, εἰ ὦτα ἔχεις, ὅτι, γνοὺς αὐτῶν τὴν κοινότητα καὶ ἑνότητα, προσπεσὼν αὐτοῖς εἶπεν· «Δέομαι, Κύριε,» οὐχὶ, Κύριοι. ᾜδει γὰρ, ὅτι οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· δύο δέ εἰσιν, ὅτε ὁ μὲν τοῦτο θέλει, ὁ δὲ τοῦτο. Εἰπὲ οὖν καὶ αὐτὸς Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματι· Δέομαι, Κύριε, ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος ἐναντίον σου, οὐκ, Ἐναντίον ὑμῶν, ἵνα μὴ διέλῃς τὴν κυριότητα. Εἰ γὰρ ὁ κολλώμενος τῷ Θεῷ ἓν πνεῦμά ἐστι, πῶς δυνατὸν τὸ Πνεῦμα χωρίζεσθαι τοῦ χορηγοῦντος αὐτό; Μακ. Ἤδη γὰρ δέδεικται, ὅτι τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Υἱὸς ἦσαν οἱ ἄγγελοι. Ὀρθ. Τοῖς οὖν φύσει ἀγγέλοις εἶπεν ὁ ἅγιος Λώτ· «Δέομαι, Κύριε, ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου, καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου, ὃ ποιεῖς ἐπ᾽ ἐμὲ, τοῦ ζῇν ψυχήν μου.» Μακ. Καὶ πάνυ. Ὀρθ. Οὐκοῦν ἄκουε καὶ πάλιν τῶν ἑξῆς· «Καὶ εἶπεν αὐτῷ·» οὐκέτι λέγει, Οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ δηλονότι Ὁ ὁμολογηθεὶς Κύριος· «Ἰδοὺ, ἐθαύμασά σου τὸ πρόσωπον, καὶ ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ τοῦ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν περὶ ἧς ἐλάλησας. Σπεῦσον οὖν τοῦ σωθῆναι ἐκεῖ. Οὐ γὰρ δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα, ἕως τοῦ εἰσελθεῖν σε ἐκεῖ.» Καὶ οὐκέτι εἶπεν· Δυνησόμεθα, καίτοιγε ἐν ἀρχῇ ἔλεγον, ὅτι Ἐκτρίβομεν ἡμεῖς τὴν πόλιν, ὅτε αὐτοὺς ἐνόμιζεν ἄνδρας καὶ ἀγγέλους εἶναι.
Μετάφραση
«Δεν είναι μικρή; και θα ζήσει η ψυχή μου.» Ακούς, αν έχεις αυτιά, ότι, αφού αντιλήφθηκε την κοινότητα και την ενότητά τους, προσέπεσε σε αυτούς και είπε: «Δέομαι, Κύριε», και όχι, Κύριοι. Διότι γνώριζε ότι κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους· και είναι δύο, όταν ο μεν θέλει τούτο, και ο δε εκείνο. Πες, λοιπόν, και εσύ στον Υιό και στο Πνεύμα: «Δέομαι, Κύριε, επειδή ο δούλος σου βρήκε έλεος ενώπιόν σου», και όχι «Ενώπιόν σας», για να μην διαχωρίσεις την κυριότητα. Διότι, εάν αυτός που προσκολλάται στον Θεό είναι ένα πνεύμα μαζί Του, πώς είναι δυνατόν το Πνεύμα να χωρίζεται από Εκείνον που το χορηγεί; Μακ. Διότι έχει ήδη αποδειχθεί ότι το Πνεύμα και ο Υιός ήταν οι άγγελοι. Ορθ. Στους κατά φύση αγγέλους, λοιπόν, είπε ο άγιος Λωτ: «Δέομαι, Κύριε, επειδή ο δούλος σου βρήκε χάρη ενώπιόν σου, και μεγάλυνας τη δικαιοσύνη σου, την οποία δείχνεις σε εμένα, για να ζήσει η ψυχή μου»; Μακ. Βεβαιότατα. Ορθ. Λοιπόν, άκουε και πάλι τα εξής: «Και του είπε»· δεν λέει πλέον, «Οι άγγελοι», αλλά προφανώς Αυτός που ομολογήθηκε ως Κύριος: «Ιδού, εθαύμασα το πρόσωπό σου, και ως προς τον λόγο αυτόν, ώστε να μην καταστρέψω την πόλη για την οποία μίλησες. Σπεύσε λοιπόν να σωθείς εκεί. Διότι δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα, μέχρι να εισέλθεις εκεί». Και δεν είπε πλέον: «Θα μπορέσουμε», καίτοι στην αρχή έλεγαν ότι «Εμείς εξολοθρεύουμε την πόλη», όταν τους θεωρούσε ανθρώπους και αγγέλους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες