Ὀρθ. Καὶ πάνυ. Μακ. Πῶς οὖν λέγει· «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε;» Ὀρθ. Διὰ γὰρ τοῦτο ὡς ἄνδρες ὤφθησαν, ἐπειδὴ ὅ ἐστι τῇ φύσει, οὐδεὶς οὔτε εἶδεν, οὔτε ἰδεῖν δύναται. Μακ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ Υἱὸς ἦν ὁ ὀφθεὶς τῷ Ἀβραάμ. Ὀρθ. Πάλιν οὖν ἀναχωρῶ τοῦ ἀναγνώσματος; Μακ. Ἀνάγνωθι. Ὀρθ. «Ὁ ἥλιος ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ Λὼτ εἰσῆλθεν εἰς Σηγώρ· Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα πῦρ καὶ θεῖον παρὰ Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέστρεψεν πάσας τὰς πόλεις.» Ποῖος Κύριος; δῆλον, ὅτι ὁ εἰρηκὼς τῷ Λὼτ, ὅτι «Ἐθαύμασά σου τὸ πρόσωπον, καὶ ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν, περὶ ἧς ἐλάλησας. Σπεῦσον οὖν σωθῆναι ἐκεῖ. Οὐ γὰρ δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα ἕως τοῦ εἰσελθεῖν σε ἐκεῖ.» Μακ. Ὁ εἷς ἦν ὁ Κύριος· μὴ γὰρ οἱ δύο; Ὀρθ.
Μετάφραση
Ορθ. Και βέβαια. Μακ. Πώς λοιπόν λέγει: «Κανείς δεν έχει δει ποτέ τον Θεό;» Ορθ. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο εμφανίστηκαν ως άνδρες, επειδή αυτό που είναι κατά τη φύση του, κανείς ούτε το είδε, ούτε μπορεί να το δει. Μακ. Εγώ λέω ότι ο Υιός ήταν εκείνος που εμφανίστηκε στον Αβραάμ. Ορθ. Να επιστρέψω λοιπόν πάλι στο ανάγνωσμα; Μακ. Ανάγνωσε. Ορθ. «Ο ήλιος ανέτειλε στη γη, και ο Λωτ εισήλθε στη Σηγώρ· ο Κύριος έβρεξε στα Σόδομα πυρ και θειάφι από τον Κύριο εκ του ουρανού, και κατέστρεψε όλες τις πόλεις». Ποιος Κύριος; Είναι προφανές ότι πρόκειται για εκείνον που είπε στον Λωτ: «Εθαύμασα το πρόσωπό σου, και χάριν αυτού του λόγου δεν θα καταστρέψω την πόλη για την οποία μίλησες. Σπεύσε λοιπόν να σωθείς εκεί. Διότι δεν θα μπορέσω να πράξω τίποτε έως ότου εισέλθεις εκεί». Μακ. Ένας ήταν ο Κύριος· μήπως ήταν δύο; Ορθ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες