Καὶ ὅτι μνήμης θεοῦ ἀπόδειξις ἡ τοῦ πεποθημένου πρὸς τὸν ποθοῦντα δίκαιον ἕνωσις, γέγραπται περὶ τοῦ Ἀβραὰμ ἀθυμοῦντος διὰ τὸν Λὼτ μήπως ἐπυρπολήθη μετὰ Σοδομιτῶν· 〈Καὶ ἐμνήσθη ὁ θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἐξαπέστειλε τὸν Λὼτ ἐκ μέσου τῆς καταστροφῆς.〉 Καὶ ἦν μνήμη θεοῦ ἡ τοῦ φίλου διάσωσις. 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;〉 Ἔμαθον, δέσποτα, καὶ τὸν σὸν οἰκέτην, ἡμέτερον δὲ πατριάρχην Ἰακώβ, ὅτι ἐδιώκετο ὑπὸ τοῦ Ἠσαῦ. Ἀλλ᾽ ἀφ᾽ οὗ τὴν πατρίδα καταλιπὼν πρὸς τὸν Λάβαν ἔφυγεν, οὐκέτι παρηνωχλήθη ὑπὸ τοῦ Ἠσαῦ. Ἕκαστος δέ, τὸν ἀπόντα ὡς τεθνεῶτα λογισάμενος, ἐπαύσατο τοῦ πολεμεῖσθαι καὶ πολεμεῖν.
Μετάφραση
Και ότι απόδειξη της μνήμης του Θεού είναι η ένωση του αγαπημένου προσώπου με τον δίκαιο που το ποθεί, έχει γραφτεί για τον Αβραάμ που θλιβόταν για τον Λωτ, μήπως και κάηκε μαζί με τους Σοδομίτες: «Και θυμήθηκε ο Θεός τον Αβραάμ και απομάκρυνε τον Λωτ από το μέσο της καταστροφής». Και μνήμη Θεού ήταν η διάσωση του φίλου. «Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς ολοκληρωτικά;» Έμαθα, Δέσποτα, και για τον δούλο σου και δικό μας πατριάρχη Ιακώβ, ότι καταδιωκόταν από τον Ησαύ. Αλλά αφότου εγκατέλειψε την πατρίδα του και έφυγε προς τον Λάβαν, δεν ενοχλήθηκε πλέον από τον Ησαύ. Διότι ο καθένας, θεωρώντας τον απόντα ως νεκρό, έπαψε να δέχεται πόλεμο και να πολεμά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες