ΣΓʹ. ΖΗΝΟΔΟΤῼ. Εἰ καὶ Νῶε τῆς οἰκείας γεωργίας πεπείρατο, ἀγνοήσας ὃ πέπονθεν ἐξ οἴνου· καὶ Λὼτ εἰς ἄνοιαν ἐκλίθη ὑπὸ οἵνου, καὶ πατὴρ ἐν γήρει ἀβουλήτως γεγένητο· καὶ Ἡρώδης μέθης γενόμενος παίγνιον, τῷ τοῦ μεγάλου Ἰωάννου αἵματι τὴν τράπεζαν αὐτοῦ καὶ καρδίαν ἐφοίνιζε· καὶ πάντα τὰ ἄλογα τῶν ἀνθρώπων ἐγκλήματα, οἵνου ἐστὶν ἀποβλύσματα· τί τὴν αὐθαίρετον ἐφέλκῃ μανίαν, καὶ οὐ τὴν σώφρονα περιάπτεις συμμετρίαν;
Μετάφραση
ΣΓ΄. Προς τον Ζηνόδοτο. Αν και ο Νώε δοκίμασε από τη δική του γεωργία, αγνοώντας τι έπαθε από το κρασί· και ο Λωτ οδηγήθηκε σε παραφροσύνη από το κρασί, και έγινε πατέρας άθελά του στα γεράματα· και ο Ηρώδης, αφού έγινε έρμαιο της μέθης, έβαψε με το αίμα του μεγάλου Ιωάννη το τραπέζι και την καρδιά του· και όλα τα παράλογα εγκλήματα των ανθρώπων είναι ξεχειλίσματα του κρασιού· γιατί ελκύεις πάνω σου αυτή την εκούσια μανία και δεν περιβάλλεσαι με το συνετό μέτρο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες