Οὐκοῦν διατοῦτο οὐκ ἐκ μιᾶς οὐσίας ὁ ἄνθρωπος γέγονε καθὰ καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ τὰ κτήνη, ἀλλ’ ἐκ δύο τινῶν καὶ ἀνομοίων ἑτεροουσίων πραγμάτων, ὕλης καὶ ἀΰλου, γηγενοῦς καὶ θείου, φθαρτοῦ καὶ ἀφθάρτου. Καὶ διατοῦτο πρῶτον τὸ ὑλικὸν καὶ τότε τὸ θεῖον πρὸς τὸ χοϊκόν, ἐπειδὴ οὐχ ἡμεῖς πρὸς θεόν, ἀλλ’ ὁ θεὸς πρὸς ἡμᾶς ἐπεδήμησε. Καὶ διατοῦτο πρὸς τὸν νεκρὸν τὸ ζωτικὸν θεοῦ ἐμφύσημα, ἐπειδὴ πρὸς τὸν νεκρωθέντα ἡ ζωὴ παραγέγονε καὶ πρὸς τὸν καθεύδοντα καὶ ἐκστάντα ἀπὸ θεοῦ, καθὰ περὶ τοῦ Ἀδὰμ γέγραπται, ἡ ζωὴ ἐλήλυθεν· ὅρα γὰρ ὅτι τὴν ἐξελθοῦσαν ἐξ αὐτοῦ ζωὴν ἐν τῷ ὕπνῳ καὶ τῇ ἐκστάσει ἠνήγαγέν φησιν ὁ θεὸς πρὸς τὸν Ἀδάμ· καὶ μὴν ὁμοθυμαδὸν ὑπῆρχον ἀμφότεροι, ὁ θεὸς λέγω καὶ ὁ Ἀδάμ, ἡνίκα ἐλήφθη ἡ πλευρὰ αὐτοῦ ἤγουν ἡ λεγομένη ζωή. Καὶ πῶς φησιν ὅτι ἤγαγεν αὐτὴν ὁ θεὸς πρὸς τὸν Ἀδάμ; <Οὔκουν> διὰ τοῦ ἤγαγε τοῦτο μανθάνομεν ὅτι ὅπερ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ὁ θεὸς ἡνίκα ὕπνωσε τὸν τῆς ἁμαρτίας ὕπνον καὶ ἔπαθε τὴν ἔκστασιν τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς ἀθανασίας, πάλιν ἤγαγε καὶ ἀποκατέστησεν αὐτῷ τὴν ζωήν, ἐπιδημήσας καὶ ἐλθὼν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τῆς γῆς;
Μετάφραση
Λοιπόν, γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν έγινε από μία μόνη ουσία, όπως οι άγγελοι και τα ζώα, αλλά από δύο πράγματα ανόμοια και διαφορετικά κατά την ουσία: από ύλη και από άυλο στοιχείο, από γήινο και από θείο, από φθαρτό και από άφθαρτο. Και γι’ αυτό πρώτα δόθηκε το υλικό και έπειτα το θείο στο χοϊκό, επειδή δεν ήλθαμε εμείς προς τον Θεό, αλλά ο Θεός ήλθε προς εμάς. Και γι’ αυτό στον νεκρό δόθηκε το ζωοποιό εμφύσημα του Θεού, επειδή η Ζωή ήλθε προς εκείνον που είχε νεκρωθεί, και προς εκείνον που κοιμόταν και είχε αποξενωθεί από τον Θεό, όπως έχει γραφεί για τον Αδάμ, ήλθε η ζωή. Δες λοιπόν ότι ο Θεός, λέγει, έφερε πάλι προς τον Αδάμ τη ζωή που είχε εξέλθει από αυτόν κατά τον ύπνο και την έκσταση. Και όμως, και οι δύο ήταν μαζί, δηλαδή ο Θεός και ο Αδάμ, όταν ελήφθη η πλευρά του, δηλαδή εκείνο που ονομάζεται ζωή. Και πώς λέγει ότι ο Θεός την έφερε προς τον Αδάμ; Άρα, από το «την έφερε» μαθαίνουμε το εξής: ότι εκείνο που έλαβε ο Θεός από αυτόν, όταν κοιμήθηκε τον ύπνο της αμαρτίας και έπαθε την απομάκρυνση από την αφθαρσία και την αθανασία, το έφερε πάλι και του το αποκατέστησε ως ζωή, αφού επισκέφθηκε και ήλθε προς αυτόν επάνω στη γη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως εἰς τὸ κατ’ εἰκόνα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δι’ οὐδὲν ἕτερον ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ὁ θεὸς σύνθετον ἐκ θνητῆς καὶ ἀθανάτου φύσεως εἰ μὴ εἰς τύπον καὶ εἰκόνα τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ συνθέσεως τοῦ Χριστοῦ· λόγος δεύτερος.}