Εὐθύς γ᾽οὖν εἰσελθόντες, ἀπεδύεσθε τὸν χιτῶνα· καὶ τοῦτο ἦν εἰκὼν τοῦ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ἀπεκδύσασθαι σὺν ταῖς πράξεσιν. Ἀποδυθέντες γυμνοὶ ἦτε, μιμούμενοι καὶ ἐν τούτῳ τὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γυμνωθέντα Χριστόν, καὶ τῇ γυμνότητι ἀπεκδυσάμενον τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, καὶ μετὰ παρρησίας ἐν τῷ ξύλῳ θριαμβεύσαντα. Ἐπειδὴ γὰρ τοῖς ἡμετέροις μέλεσιν ἐνεφώλευον αἱ ἀντικείμεναι δυνάμεις, οὐκ ἔτι φορεῖν ὑμῖν ἔξεστι τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον χιτῶνα, οὐ τοῦτον πάντως λέγω τὸν αἰσθητόν, ἀλλὰ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ἀπάτης. Ὃν μὴ εἴη πάλιν ἐνδύσασθαι τῇ ἅπαξ τοῦτον ἀποδυσαμένῃ ψυχῇ, ἀλλὰ λέγειν κατὰ τὴν ἐν τῷ Ἄισματι τῶν ᾀσμάτων τοῦ Χριστοῦ νύμφην· «Ἐξεδυσάμην τὸν χιτῶνά μου, πῶς ἐνδύσομαι αὐτόν;» Ὢ θαυμασίου πράγματος· γυμνοὶ ἦτε ἐν ὄψεσι πάντων, καὶ οὐκ ᾐσχύνεσθε. Ἀληθῶς γὰρ μίμημα ἐφέρετε τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδάμ, ὃς ἐν τῷ παραδείσῳ γυμνὸς ἦν καὶ οὐκ ᾐσχύνετο.
Μετάφραση
Αμέσως λοιπόν, μόλις εισήλθατε, βγάζατε τον χιτώνα· και αυτό ήταν εικόνα του ότι αποβάλλετε τον παλαιό άνθρωπο μαζί με τις πράξεις του. Αφού αποδυθήκατε, ήσασταν γυμνοί, μιμούμενοι και σε αυτό τον Χριστό, ο οποίος γυμνώθηκε επάνω στον σταυρό· και με τη γυμνότητά Του απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες, και τις θριάμβευσε με παρρησία επάνω στο ξύλο. Διότι, επειδή μέσα στα μέλη μας είχαν φωλιάσει οι αντικείμενες δυνάμεις, δεν σας επιτρέπεται πλέον να φοράτε εκείνον τον παλαιό χιτώνα· δεν εννοώ βέβαια αυτόν τον αισθητό χιτώνα, αλλά τον παλαιό άνθρωπο, που φθείρεται μέσα στις επιθυμίες της απάτης. Είθε η ψυχή που μία φορά τον απέβαλε να μην τον ενδυθεί πάλι, αλλά να λέει σύμφωνα με τη νύμφη του Χριστού στο Άσμα των Ασμάτων: «Έβγαλα τον χιτώνα μου· πώς θα τον φορέσω;» Ω θαυμαστό πράγμα! Ήσασταν γυμνοί ενώπιον όλων και δεν ντρεπόσασταν. Διότι αληθινά φέρετε την εικόνα του πρωτοπλάστου Αδάμ, ο οποίος στον Παράδεισο ήταν γυμνός και δεν ντρεπόταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες