δʹ. Ὅρα πῶς κήρυξ γίνεται λοιπὸν ὁ βασιλεὺς τῆς τοῦ δικαίου ἀρετῆς, καὶ πᾶσιν αὐτὸν κατάδηλον ποιεῖ. Καλέσας γὰρ, φησὶ, πάντας τοὺς παῖδας αὐτοῦ, διηγήσατο πάντα τὰ πρὸς αὐτὸν παρὰ τοῦ Θεοῦ δηλωθέντα, ἵνα πάντες γνῶσι καὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτὸν τὴν εὔνοιαν, καὶ τῆς προνοίας ἧς ἀξιοῦται παρὰ τοῦ Δεσπότου διὰ τὴν τῶν τρόπων ἀρετήν. Ἐφοβήθησαν δὲ πάντες οἱ ἄνθρωποι σφόδρα. Εἶδες πῶς οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ εἰκῆ τὰς μεταναστάσεις ἐποιεῖτο ὁ δίκαιος; Εἰ γὰρ ἐπὶ τῆς σκηνῆς τῆς προτέρας ἔμενε, πόθεν εἶχον ἅπαντες οἱ ἐν Γεράροις γνῶναι, ὅσης ὁ δίκαιος ἀπολαύει τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ προνοίας; Ἐφοβήθησαν δὲ πάντες οἱ ἄνθρωποι σφόδρα. Πολὺς αὐτῶν φόβος κατεσκεδάσθη, περὶ τοῦ παντὸς ἠγωνίασαν. Εἶτα, Ἐκάλεσε, φησὶν, Ἀβιμέλεχ τὸν Ἀβραάμ. Ἐννόει μοι μεθ᾽ ὅσης λοιπὸν τῆς περιφανείας ὁ δίκαιος εἰσάγεται πρὸς τὸν βασιλέα, ὁ πρὸ μικροῦ παρ᾽ αὐτοῖς εὐκαταφρόνητος νομιζόμενος, καὶ καθάπερ ἀλήτης καὶ ξένος. Ἀθρόον πάντων συνδραμόντων καλεῖται ὁ πατριάρχης οὐδὲν τούτων εἰδὼς τέως, καὶ ἐμάνθανε λοιπὸν παρ᾽ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ δι᾽ αὐτὸν εἰς ἐκεῖνον γεγενημένα. Εἶπε γὰρ αὐτῷ· Τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; τί ἡμάρτομεν εἰς σὲ, ὅτι ἐπήγαγες ἐπ᾽ ἐμὲ καὶ ἐπὶ τὴν βασιλείαν μου ἁμαρτίαν μεγάλην; Ἔργον, ὃ οὐδεὶς ποιήσει, ἐποίησας ἡμῖν. Τί ἐνιδὼν ἐποίησας τοῦτο; Διὰ τί, φησὶ, τοσαύτῃ με περιβαλεῖν ἁμαρτίᾳ ἠβουλήθης;
Μετάφραση
Δ'. Παρατήρησε πώς ο βασιλιάς αναδεικνύεται πλέον σε κήρυκα της αρετής του δικαίου, και τον κάνει γνωστό σε όλους. Διότι, αφού κάλεσε, λέει, όλους τους δούλους του, τους διηγήθηκε όλα όσα του φανέρωσε ο Θεός, ώστε να γνωρίσουν όλοι την εύνοια του Θεού προς τον δίκαιο, καθώς και την πρόνοια της οποίας αξιώνεται από τον Δεσπότη χάρη στην αρετή του χαρακτήρα του. «Και φοβήθηκαν πάρα πολύ όλοι οι άνθρωποι». Είδες πώς ο δίκαιος δεν έκανε τις μετοικεσίες του ούτε τυχαία ούτε μάταια; Διότι, αν παρέμενε στην προηγούμενη κατοικία του, πώς θα μάθαιναν όλοι οι κάτοικοι των Γεράρων πόσο μεγάλη πρόνοια απολαμβάνει ο δίκαιος από τον Θεό; «Και φοβήθηκαν πάρα πολύ όλοι οι άνθρωποι». Μεγάλος φόβος τους κατέλαβε και αγωνιούσαν για τα πάντα. Έπειτα, «κάλεσε», λέει η Γραφή, «ο Αβιμέλεχ τον Αβραάμ». Αναλογίσου, λοιπόν, με πόση επισημότητα οδηγείται ο δίκαιος ενώπιον του βασιλιά, αυτός που πριν από λίγο θεωρούνταν από αυτούς καταφρονημένος και έμοιαζε σαν περιπλανώμενος και ξένος. Ενώ όλοι είχαν συγκεντρωθεί μαζικά, καλείται ο πατριάρχης, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε τίποτα από αυτά, και πληροφορούνταν πλέον από τον ίδιο τον βασιλιά όσα είχε κάνει ο Θεός σε εκείνον εξαιτίας του. Διότι του είπε: «Τι είναι αυτό που μας έκανες; Σε τι σφάλαμε απέναντί σου, ώστε να φέρεις σε εμένα και στο βασίλειό μου τόσο μεγάλη αμαρτία; Πράξη την οποία κανείς δεν θα έκανε, εσύ την έκανες σε εμάς. Τι είδες και το έκανες αυτό;». Γιατί, του λέει, θέλησες να με περιβάλεις με μια τόσο μεγάλη αμαρτία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες