Εἶπα γὰρ, φησὶ, Μήποτε οὐκ ἔστι θεοσέβεια ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐμέ τε ἀποκτενοῦσιν ἕνεκεν τῆς γυναικός μου; Ἐναγώνιος, φησὶ, γέγονα, μήποτε διὰ τὸ ἔτι τῇ πλάνῃ ὑμᾶς κατέχεσθαι οὐδεμίαν τοῦ δικαίου πρόνοιαν ποιῆσθε, καὶ διὰ τοῦτο ὑμῶν φειδόμενος, μὴ μαθόντες αὐτὴν γυναῖκά μου γεγενῆσθαι διὰ τὴν περὶ ταύτην ἐπιθυμίαν ἐμὲ ἀνελεῖν ἐπιχειρήσητε, τοῦτο ἐποίησα. Ὅρα πῶς διὰ τῶν ὀλίγων τούτων ῥημάτων ὁμοῦ καὶ καθήψατο αὐτῶν, καὶ ἐδίδαξεν ὅτι δεῖ τὸν ἐπὶ πάντων Θεὸν ἐν νῷ λαμβάνοντα μηδὲν τῶν παρανόμων διαπράττεσθαι, ἀλλὰ τὸν ἀκοίμητον ἐκεῖνον ὀφθαλμὸν δεδοικέναι, καὶ διὰ τὴν ἐκεῖθεν ἐπηρτημένην δίκην πολλὴν τοῦ δικαίου ποιεῖσθαι τὴν πρόνοιαν. Εἶτα βουλόμενος τὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀπολογίαν ποιῆσαι, φησί· Μὴ νομίσητέ με καὶ οὕτως ἐψεῦσθαι. Καὶ γὰρ ἀδελφή μου ἐστὶν ἐκ πατρὸς, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ μητρός· ἐγενήθη δέ μοι εἰς γυναῖκα.
Μετάφραση
Διότι σκέφθηκα, λέγει, «Μήπως δεν υπάρχει θεοσέβεια σε αυτόν τον τόπο και με σκοτώσουν εξαιτίας της γυναίκας μου;». Κυριεύθηκα από αγωνία, λέγει, μήπως, επειδή εσείς κατέχεστε ακόμη από την πλάνη, δεν επιδείξετε καμία πρόνοια για το δίκαιο, και για τον λόγο αυτόν, προνοώντας για εσάς, ώστε να μην επιχειρήσετε να με σκοτώσετε παρακινούμενοι από την επιθυμία σας για εκείνη εάν μαθαίνατε ότι έχει γίνει γυναίκα μου, έπραξα αυτό το πράγμα. Δες πώς με αυτά τα λίγα λόγια ταυτόχρονα και τους επέπληξε και τους δίδαξε ότι πρέπει, αυτός που έχει στον νου του τον Θεό των όλων, να μην διαπράττει τίποτε το παράνομο, αλλά να φοβάται εκείνον τον ακοίμητο οφθαλμό, και εξαιτίας της τιμωρίας που επικρέμαται από εκεί, να δείχνει μεγάλη μέριμνα για τη δικαιοσύνη. Έπειτα, θέλοντας να απολογηθεί για τον εαυτό του, λέγει: «Μη νομίσετε ότι, παρόλα αυτά, έχω πει ψέματα. Διότι πράγματι είναι αδελφή μου από πατέρα, αλλά όχι από μητέρα· και έγινε γυναίκα μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες