Πάντες, φησὶ, παρὰ σοῦ μανθανέτωσαν, ὅτι οὐδὲν γέγονε παρ᾽ ἐμοῦ παράνομον, ὅτι ἀνέπαφος ἐξῆλθες ἐκ τῆς οἰκίας τῆς ἐμῆς. Δίδαξον, φησὶ, τὸν ἄνδρα τὸν σὸν, ὅτι ἀθῶός εἰμι τῆς ἁμαρτίας· μανθανέτω παρὰ σοῦ, ὡς οὐδὲν εἴργασταί μοι. Τίνος δὲ ἕνεκεν ταῦτά φησιν; Ἵνα μαθὼν παρ᾽ αὐτῆς ὁ δίκαιος καὶ πληροφορηθεὶς τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ προσευχὰς ἀνενέγκῃ τῷ Δεσπότῃ. Ἐπειδὴ γὰρ εἶπεν ἐκεῖνος, ὅτι Πάντα ἀλήθευσον, ἀντὶ τοῦ, Δίδαξόν σου τὸν ἄνδρα τὰ γεγενημένα, εὐθέως ἐπήγαγεν ἡ Γραφή· Καὶ προσηύξατο Ἀβραὰμ πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ ἰάσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ τὰς παιδίσκας αὐτοῦ, καὶ ἔτικτον· ὅτι συγκλείων συνέκλεισεν ἔξωθεν πᾶσαν μήτραν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ἀβιμέλεχ ἕνεκεν Σάῤῥας τῆς γυναικὸς Ἀβραάμ. Ὅρα πῶς διὰ πάντων περιφανέστερον τὸν δίκαιον ποιῆσαι βουλόμενος ὁ Δεσπότης, ταῖς προσευχαῖς τοῦ πατριάρχου τὴν σωτηρίαν τοῦ βασιλέως καὶ πάντων τῶν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ χαρίζεται. Προσηύξατο γὰρ, φησὶν, Ἀβραὰμ πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ ἰάσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ τὰς παιδίσκας αὐτοῦ, καὶ ἔτικτον· ὅτι συγκλείων συνέκλεισε Κύριος ἔξωθεν πᾶσαν μήτραν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ἀβιμέλεχ.
Μετάφραση
«Όλοι», λέει, «ας μάθουν από εσένα ότι δεν έγινε καμία παρανομία από εμένα, ότι βγήκες άθικτη από το σπίτι μου. Δίδαξε», λέει, «τον άνδρα σου ότι είμαι αθώος από την αμαρτία· ας μάθει από εσένα ότι δεν έχω πράξει τίποτα». Και για ποιον λόγο τα λέει αυτά; Για να τα μάθει ο δίκαιος από εκείνη και, αφού πληροφορηθεί πλήρως, να αναπέμψει προσευχές στον Δεσπότη υπέρ αυτού. Επειδή δηλαδή εκείνος είπε, «Να πεις σε όλα την αλήθεια», αντί του, «Κάνε γνωστά στον άνδρα σου τα όσα συνέβησαν», αμέσως η Γραφή πρόσθεσε: «Και προσευχήθηκε ο Αβραάμ στον Θεό, και ο Θεός θεράπευσε τον Αβιμέλεχ, και τη γυναίκα του, και τις δούλες του, και γεννούσαν· διότι είχε κλείσει ερμητικά κάθε μήτρα στον οίκο του Αβιμέλεχ εξαιτίας της Σάρρας, της γυναίκας του Αβραάμ». Δες πώς, επειδή ο Δεσπότης ήθελε να καταστήσει τον δίκαιο περιφανέστερο σε όλα, χαρίζει μέσω των προσευχών του πατριάρχη τη σωτηρία του βασιλιά και όλων όσων βρίσκονταν στον οίκο του. «Διότι προσευχήθηκε», λέει, «ο Αβραάμ στον Θεό, και ο Θεός θεράπευσε τον Αβιμέλεχ, και τη γυναίκα του, και τις δούλες του, και γεννούσαν· επειδή ο Κύριος είχε κλείσει ερμητικά κάθε μήτρα στον οίκο του Αβιμέλεχ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες