Τοιοῦτον ἔχω ἐχθρὸν ὃν μισῆσαι οὐ δύναμαι. Τέκνου θυσίαν θεὸς ἀπῄτει τὸν Ἀβραάμ, ἀλλὰ γειτονεύουσαν μάχαιραν τῷ λαιμῷ ἀνέκοψε καὶ ὁ τῆς θυσίας νομοθέτης τοῦ θυομένου παιδὸς ἔκδικος ἐγένετο λέγων· 〈Μὴ ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸ παιδάριον,〉 ἵνα μὴ ὁ δίκαιος πατὴρ τεκνοθύτης γένηται. Καὶ ἀνέτρεπεν ὁ θεὸς τὸ ἑαυτοῦ πρόσταγμα, ἵνα μὴ ἡ πρᾶξις, τὸν θεῖον ὅρον βεβαιώσασα, ἀνθρωποθύτας καὶ τέκνων σφαγέας τοὺς πατέρας ἐργάσηται. Πῶς οὖν ἐγὼ ἐπιχειρήσω τῷ παρανόμῳ τολμήματι; Κἂν υἱὸς ἐπαναστῇ πατρί, ἀλλ᾽ ὁ τοῦ θεοῦ νόμος τὸν ἀπειθῆ καὶ πατραλοίαν υἱόν, οὐχ ὑπὸ τοῦ πατρός, ἀλλ᾽ ὑπὸ τῶν δικαστῶν τιμωρεῖσθαι προσέταξε· καὶ δικαίως, ἵνα μὴ ὁ τῆς ζωῆς ἀρχηγὸς γένηται αὐτῷ θανάτου ὀχετός, ἵνα μὴ ὁ σπορεὺς θεριστὴς γένηται. Γεωργῶν αὕτη εὐχή, τὸ σπεῖραι καὶ θερίσαι, οὐ μὴν καὶ γονέων. Ἐπεὶ οὖν δικαίως ἐβουλεύσατο ὁ Δαυὶδ μὴ θανατῶσαι αὐτοῦ τὸν υἱὸν δι᾽ ἑαυτοῦ, διὸ εἶπεν· 〈Εἰσήκουσεν ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου.〉 Δικαιοσύνη ἐπτέρωσεν αὐτοῦ τὴν προσευχὴν καὶ ἔσχε τὴν ἐκ θεοῦ παροχήν· ὅθεν τῆς θλίψεως ῥυσθεὶς ἐπάγει· 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Τὸν διηγηματικὸν λόγον εἰς εὐχαριστήριον ἔτρεψε· τοῖς γὰρ σὺν αὐτῷ ἀπαγγείλας ὅτι εἰσηκούσθη προσευχόμενος, συνήγορον ἐπαγόμενος τὴν δικαιοσύνην, τῷ εἰσακούσαντι θεῷ εὐχαριστεῖ· 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Καὶ πότε τις ἐν θλίψει πλατύνεται;
Μετάφραση
Τέτοιον εχθρό έχω, που δεν μπορώ να τον μισήσω. Ο Θεός απαίτησε από τον Αβραάμ τη θυσία του παιδιού του, αλλά ανέκοψε το μαχαίρι που πλησίαζε στο λαιμό του και ο νομοθέτης της θυσίας έγινε υπερασπιστής του παιδιού που θυσιαζόταν, λέγοντας: «Μην απλώσεις το χέρι σου στο παιδί», για να μην γίνει ο δίκαιος πατέρας θύτης του παιδιού του. Και ανέτρεψε ο Θεός το δικό του πρόσταγμα, για να μην κάνει η πράξη, επικυρώνοντας τον θείο όρο, τους πατέρες ανθρωποθύτες και σφαγείς των παιδιών τους. Πώς, λοιπόν, εγώ θα επιχειρήσω το παράνομο τόλμημα; Και αν ένας γιος επαναστατήσει εναντίον του πατέρα του, όμως ο νόμος του Θεού πρόσταξε να τιμωρείται ο απειθής και πατροκτόνος γιος όχι από τον πατέρα, αλλά από τους δικαστές. Και δικαίως, για να μην γίνει αυτός που είναι ο αρχηγός της ζωής αγωγός θανάτου γι' αυτόν, για να μην γίνει ο σπορέας θεριστής. Αυτή είναι ευχή των γεωργών, το να σπέρνουν και να θερίζουν, όχι όμως και των γονέων. Επειδή, λοιπόν, δίκαια σκέφτηκε ο Δαβίδ να μη θανατώσει ο ίδιος τον γιο του, γι' αυτό είπε: «Εισάκουσε ο Θεός τη δικαιοσύνη μου». Η δικαιοσύνη έδωσε φτερά στην προσευχή του και έλαβε τη θεία παροχή. Γι' αυτό, αφού λυτρώθηκε από τη θλίψη, προσθέτει: «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία». Έτρεψε τον διηγηματικό λόγο σε ευχαριστήριο. Διότι, αφού ανήγγειλε σε αυτούς που ήταν μαζί του ότι εισακούστηκε όταν προσευχήθηκε, φέρνοντας ως συνήγορο τη δικαιοσύνη, ευχαριστεί τον Θεό που τον εισάκουσε: «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία». Και πότε κάποιος ευρυχωρείται μέσα σε θλίψη;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες