Τοῦτο δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐν τῇ Γενέσει σημαίνει λέγων· «Κατ᾽ ἐμαυτοῦ ὤμοσα.» Τοῦτο δὲ οὐχ ὅρκος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ κατά τινος ὤμοσεν, ὅπερ ἴδιόν ἐστιν ὅρκου· ἀλλὰ καθ᾽ ἑαυτοῦ, ὅπερ τὴν τοῦ ὅρκου ὑπόνοιαν ἐκφεύγει, καὶ ἐν ᾧ σημαίνει τὸ βέβαιον τῆς ἐπαγγελίας, καὶ τὸ χρῆναι πάντως πιστεῦσαι τὸν ἀκούοντα. Ἔστω δὲ καὶ ὁ ὑμνῳδὸς μάρτυς τῶν λεγομένων, ἀναμιμνήσκων τὸν Θεὸν, ψάλλων καὶ λέγων· «Ποῦ εἰσι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαβὶδ ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου;» Οὐ γὰρ κατὰ τῆς ἀληθείας ὀμνύει Θεός· ἀλλ᾽ ἅπερ ἀληθεύων λαλεῖ ὡς ὅρκος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς πίστιν. Οὔτε οὖν Θεὸς κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ὀμνύει, οὔτε ἡμᾶς ἐκ τούτων εἰς ὅρκους ἐπιτρίβεσθαι χρή· ἀλλὰ τοιαῦτα λέγωμεν καὶ πράττωμεν, ὡς μὴ ὅρκου δεῖσθαι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔχειν τὰ λεγόμενα τῆς ἀληθείας τὴν μαρτυρίαν. Ἐν τούτῳ γὰρ ὄντως μιμησόμεθα τὸ Θεῖον.
Μετάφραση
Αυτό, εξάλλου, το επισημαίνει και ο ίδιος ο Θεός στη Γένεση λέγοντας: «Ορκίστηκα στον εαυτό μου». Αυτό όμως δεν είναι όρκος. Διότι δεν ορκίστηκε στο όνομα κάποιου άλλου, το οποίο αποτελεί ίδιον του όρκου, αλλά στον εαυτό Του, γεγονός που εκφεύγει από την υπόνοια του όρκου, και με το οποίο δηλώνει τη βεβαιότητα της επαγγελίας και το ότι ο ακροατής πρέπει οπωσδήποτε να πιστέψει. Ας γίνει δε μάρτυρας των λεγομένων και ο υμνωδός, υπενθυμίζοντας στον Θεό, ψάλλοντας και λέγοντας: «Πού είναι τα αρχαία σου ελέη, Κύριε, τα οποία ορκίστηκες στον Δαβίδ με την αλήθειά σου;» Διότι ο Θεός δεν ορκίζεται στην αλήθεια, αλλά εκείνα που λέει φιλαλήθως ισοδυναμούν με όρκο για τους ανθρώπους, προκειμένου να τα πιστέψουν. Ούτε, λοιπόν, ο Θεός ορκίζεται κατά τον τρόπο των ανθρώπων, ούτε εμείς πρέπει εξαιτίας αυτών να παρασυρόμαστε σε όρκους· απεναντίας, οφείλουμε να λέμε και να πράττουμε τέτοια, ώστε όσοι μας ακούν να μην έχουν ανάγκη όρκου, αλλά τα λεγόμενά μας να φέρουν από μόνα τους τη μαρτυρία της αλήθειας. Διότι με αυτόν τον τρόπο πραγματικά θα μιμηθούμε το Θείο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες