Ὡς δὲ ἦλθεν ὁ παῖς εἰς τὴν πόλιν Ναχὼρ, καὶ τὸ σημεῖον ᾔτησε, καθ᾽ ὃ ἤμελλε γνωρίζειν τὴν παρθένον· ἦν δὲ τὸ σημεῖον, παρασχεῖν ἐκείνην αὐτῷ τε καὶ ταῖς καμήλοις αὐτοῦ πιεῖν· ἐξέρχεται Ῥεβέκκα ἡ θυγάτηρ Βαθουὴλ τοῦ υἱοῦ Ναχώρ· ὁ δὲ Ναχὼρ ἀδελφὸς ἦν τοῦ Ἀβραάμ· δοῦσά τε αὐτῷ πιεῖν καὶ ταῖς καμήλοις, εἰποῦσά τε, τίνος εἴη θυγάτηρ, εἰσάγει τὸν ἄνδρα καὶ ξενίζει. Ἐπειδὴ δὲ εἶπεν ἐκεῖνος, τίνος ἕνεκεν ἦλθε, καὶ ᾔτει τὴν παῖδα λαβεῖν, τῇ παρθένῳ τὴν αἵρεσιν ἐπέτρεψαν οἱ γονεῖς. Ὡς δὲ ἐπένευσεν ἐκείνη, λαβὼν αὐτὴν ἀπῆλθε· καὶ ἐγένετο τῷ Ἰσαὰκ γυνή. Λαμβάνει ὁ Ἀβραὰμ γυναῖκα τὴν Χεττούραν, ἀποθανούσης Σάῤῥας, καὶ τοὺς ἐξ αὐτῆς γενομένους παῖδας ἐξαπέστειλεν ἀπὸ Ἰσαὰκ, δόματα δοὺς αὐτοῖς· τῆς δὲ οὐσίας Ἰσαὰκ κληρονόμον ἐποίησε, καὶ ἀπέθανε. Τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἰσμαὴλ ἔγκειται ἐνταῦθα· κατῴκησε δὲ ἀπὸ Εὐιλὰτ ἕως Σούρ.
Μετάφραση
Όταν λοιπόν ήλθε ο δούλος στην πόλη του Ναχώρ, ζήτησε το σημείο με το οποίο επρόκειτο να αναγνωρίσει την παρθένο· το σημείο δε ήταν να δώσει εκείνη νερό για να πιει και ο ίδιος και οι καμήλες του. Εξέρχεται τότε η Ρεβέκκα, η θυγατέρα του Βαθουήλ, υιού του Ναχώρ· ο δε Ναχώρ ήταν αδελφός του Αβραάμ. Αφού λοιπόν έδωσε να πιει σε αυτόν και στις καμήλες, και αφού του είπε τίνος θυγατέρα ήταν, βάζει τον άνδρα μέσα και τον φιλοξενεί. Επειδή δε εκείνος εξήγησε τον λόγο για τον οποίο ήλθε και ζήτησε να πάρει την κόρη, οι γονείς άφησαν την επιλογή στην παρθένο. Όταν εκείνη συγκατένευσε, την παρέλαβε και αναχώρησε· και έγινε σύζυγος του Ισαάκ. Ο Αβραάμ, μετά τον θάνατο της Σάρρας, λαμβάνει ως γυναίκα του τη Χεττούρα, και τα παιδιά που γεννήθηκαν από αυτήν τα απομάκρυνε από τον Ισαάκ, δίνοντάς τους δώρα· κληρονόμο δε της περιουσίας του κατέστησε τον Ισαάκ, και απεβίωσε. Τα ονόματα των υιών του Ισμαήλ αναγράφονται εδώ· και κατοίκησε από την Ευιλάτ έως τη Σουρ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες