Περὶ τοῦ Ἡσαῦ καὶ τοῦ Ἰακὼβ, ὅτι εἰς τύπον τέθεινται τῶν δύο λαῶν, τοῦ τε Ἰσραὴλ, καὶ τοῦ διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ. αʹ. «Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ Ἀβραὰμ, Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ. Ἦν δὲ Ἰσαὰκ ἐτῶν τεσσαράκοντα, ὅτε ἔλαβε τὴν Ῥεβέκκαν, θυγατέρα Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἐκ τῆς Μεσοποταμίας, ἀδελφὴν Λάβαν τοῦ Σύρου, ἑαυτῷ γυναῖκα. Ἐδεῖτο δὲ Ἰσαὰκ Κυρίου περὶ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὅτι στεῖρα ἦν. Ἐπήκουσε δὲ αὐτοῦ ὁ Θεὸς, καὶ ἔλαβεν ἐν γαστρὶ Ῥεβέκκα ἡ γυνὴ αὐτοῦ. Ἐσκίρτων δὲ τὰ παιδία ἐν αὐτῇ. Εἶπε δέ· Εἰ οὕτως μοι μέλλει γίνεσθαι, ἵνα τί μοι τοῦτο; Ἐπορεύθη δὲ πυθέσθαι παρὰ Κυρίου.
Μετάφραση
Περί του Ησαύ και του Ιακώβ, ότι έχουν τεθεί ως τύπος των δύο λαών, του Ισραήλ αφενός, και εκείνου διά της πίστεως στον Χριστό αφετέρου. α'. «Αυτή είναι η γενεαλογία του Ισαάκ, του υιού του Αβραάμ· ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ. Ο Ισαάκ ήταν σαράντα ετών, όταν πήρε για γυναίκα του τη Ρεβέκκα, τη θυγατέρα του Βαθουήλ του Σύρου από τη Μεσοποταμία, την αδελφή του Λάβαν του Σύρου. Και παρακαλούσε ο Ισαάκ τον Κύριο για τη γυναίκα του τη Ρεβέκκα, επειδή ήταν στείρα. Ο Θεός τον εισάκουσε, και η Ρεβέκκα η γυναίκα του συνέλαβε. Σκιρτούσαν δε τα παιδιά μέσα της. Και εκείνη είπε: Αν πρόκειται να μου συμβαίνει έτσι, προς τι μου συμβαίνει αυτό; Και πήγε να ρωτήσει τον Κύριο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες