Καὶ ἦν Ἡσαῦ ἄνθρωπος εἰδὼς κυνηγεῖν ἄγροικος. Ἰακὼβ δὲ ἄνθρωπος ἄπλαστος, οἰκῶν οἰκίαν. Ἠγάπησε δὲ Ἰσαὰκ τὸν Ἡσαῦ, ὅτι ἡ θήρα αὐτοῦ βρῶσις αὐτῷ. Ῥεβέκκα δὲ ἠγάπα τὸν Ἰακώβ. Ἥψησε δὲ Ἰακὼβ ἕψημα. Ἦλθε δὲ Ἡσαῦ ἐκ τοῦ πεδίου ἐκλείπων. Καὶ εἶπεν Ἡσαῦ τῷ Ἰακώβ· Γεῦσόν με ἀπὸ τοῦ ἑψήματος τοῦ πυῤῥοῦ τούτου, ὅτι ἐκλείπω ἐγώ.
Μετάφραση
Και ο Ησαύ ήταν άνθρωπος που γνώριζε να κυνηγά, άνθρωπος της υπαίθρου. Ο δε Ιακώβ ήταν άνθρωπος απλός, που κατοικούσε στο σπίτι. Και ο Ισαάκ αγαπούσε τον Ησαύ, διότι το κυνήγι του ήταν η τροφή του. Η δε Ρεβέκκα αγαπούσε τον Ιακώβ. Κάποτε ο Ιακώβ ετοίμασε ένα μαγειρευτό φαγητό. Και ήλθε ο Ησαύ από την ύπαιθρο εξαντλημένος. Και είπε ο Ησαύ στον Ιακώβ: Δώσε μου να γευθώ από αυτό το κοκκινωπό φαγητό, διότι είμαι εξαντλημένος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες