Τὸ δὲ εἰπεῖν αὐτήν, «λάβε μοι ἐκεῖθεν δύο ἐρίφους ἁπαλοὺς καὶ καλοὺς» ἔδειξεν τὰς δύο κλήσεις, τὰς διὰ τοῦ εὐαγγελίου γεγενημένας· ἔριφοι μὲν ὄντες ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἐπειδὴ πάντες ἦμεν ἁμαρτωλοί, ἁπαλοὶ δὲ καὶ καλοὶ διὰ ὑπακοῆς γινόμεθα τῇ ἐν Χριστῷ πίστει δικαιούμενοι, μηκέτι ὡς ἔριφοι κρινόμενοι, ἀλλ᾽ ὡς πρόβατα εἰς «ὀσμὴν εὐωδίας» θυσίᾳ καθαρᾷ θεῷ προσφερόμενοι, 〈καὶ εἰς τροφὴν πνευματικὴν τῷ λόγῳ ἐξηρτισμένοι〉 ὃς διὰ τοῦ εὐαγγελίου τὰ ὅμοια ἐπιτελῶν ἔλεγεν τοῖς μαθηταῖς· «ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». «Εἶπεν δὲ Ἰακὼβ πρὸς Ῥεβέκκαν τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἔστιν ὁ ἀδελφός μου ἀνὴρ δασύς, ἐγὼ δὲ ἀνὴρ λεῖος. μήποτε ψηλαφήσῃ με ὁ πατήρ μου καὶ ἔσομαι ἐναντίον αὐτοῦ ὡς καταφρονῶν καὶ ἐπάξω ἐπ᾽ ἐμαυτὸν κατάραν καὶ οὐκ εὐλογίαν.» πῶς σαφῶς ἐνθάδε τὸ ἴδιον εὐλαβὲς ὁ Ἰακὼβ ἐπέδειξεν. μαθὼν γὰρ τὸ γεγενημένον ὑπὸ τοῦ Χάμ, ὃς ἰδὼν γυμνωθέντα τὸν Νῶε κατεγέλασεν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐπεσπάσατο ἐφ᾽ ἑαυτὸν τὴν κατάραν, εὐλαβήθη μήποτε καὶ αὐτὸς ὡς ἐκπειράζων τὸν ἑαυτοῦ πατέρα νομισθῇ καὶ ὑπὸ κατάραν πέσῃ· ἦν δὲ καὶ τὸ ὑπ᾽ αὐτοῦ λεγόμενον ἀληθές, ὅτι μὲν «Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μοῦ ἐστιν ἀνὴρ δασύς», τοῦτ᾽ ἔστιν ἁμαρτωλός, «ἐγὼ δὲ ἀνὴρ λεῖος», ᾧπερ δείκνυται τὸ ἄσπιλον καὶ ἀναμάρτητον τῆς σαρκὸς τοῦ κυρίου.
Μετάφραση
Το ότι δε εκείνη είπε, «πάρε για μένα από εκεί δύο ερίφια τρυφερά και καλά», φανέρωσε τις δύο κλήσεις που έγιναν μέσω του ευαγγελίου· διότι ήμασταν μεν ερίφια από την αρχή, επειδή όλοι ήμασταν αμαρτωλοί, γινόμαστε όμως τρυφεροί και καλοί μέσω της υπακοής, δικαιούμενοι με την πίστη στον Χριστό, και δεν κρινόμαστε πλέον ως ερίφια, αλλά προσφερόμαστε ως πρόβατα σε «οσμή ευωδίας» με καθαρή θυσία στον Θεό, <και προετοιμαζόμαστε ως πνευματική τροφή από τον Λόγο>, ο οποίος, επιτελώντας τα παρόμοια μέσω του ευαγγελίου, έλεγε στους μαθητές του: «Εγώ έχω τροφή να φάω, την οποία εσείς δεν γνωρίζετε». «Είπε δε ο Ιακώβ προς τη Ρεβέκκα τη μητέρα του: ο αδελφός μου είναι άνδρας δασύτριχος, ενώ εγώ είμαι άνδρας λείος· μήπως με ψηλαφήσει ο πατέρας μου και βρεθώ ενώπιόν του να τον καταφρονώ και επιφέρω στον εαυτό μου κατάρα και όχι ευλογία.» Πόσο ξεκάθαρα εδώ ο Ιακώβ επέδειξε τη δική του ευλάβεια. Διότι, έχοντας μάθει αυτό που συνέβη από τον Χαμ, ο οποίος βλέποντας τον Νώε γυμνωμένο περιγέλασε τη γύμνια του πατέρα του και επισύναψε στον εαυτό του κατάρα, πρόσεξε με ευλάβεια μήπως και ο ίδιος θεωρηθεί ότι εκπειράζει τον πατέρα του και πέσει υπό κατάρα· ήταν δε και αυτό που ειπώθηκε από τον ίδιο αληθές, ότι μεν «ο Ησαύ ο αδελφός μου είναι άνδρας δασύτριχος», δηλαδή αμαρτωλός, «εγώ δε άνδρας λείος», με το οποίο δεικνύεται το άσπιλο και αναμάρτητο της σάρκας του Κυρίου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες