Εἶτά φησιν, Εἶπε δὲ Ἰσαάκ· Ἔγγισόν μοι, καὶ ψηλαφήσω σε, τέκνον, εἰ σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ, ἢ οὔ. Ἀπὸ γὰρ τῆς φωνῆς ἠρέμα πως ἐνεδοίαζεν ὁ δίκαιος· ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐχρῆν τὴν οἰκονομίαν εἰς ἔργον ἐξελθεῖν, οὐ συνεχωρήθη συνιδεῖν τὴν ἀπάτην. Ἤγγισε δὲ, φησὶν, Ἰακὼβ, καὶ ἐψηλάφησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν· Ἡ μὲν φωνὴ, φωνὴ Ἰακώβ· αἱ δὲ χεῖρες, χεῖρες Ἡσαῦ· καὶ οὐκ ἐπέγνω αὐτόν. Ὅρα πῶς δείκνυται ὅτι τῆς τοῦ Θεοῦ χάριτος ἦν τὸ πᾶν, τῆς παρασκευαζούσης καὶ αὐτὸν μηδὲν τῶν γινομένων συνιδεῖν, καὶ τὸν Ἰακὼβ ἀπολαῦσαι τῆς πατρικῆς εὐλογίας.
Μετάφραση
Έπειτα λέει: «Είπε δε ο Ισαάκ: Πλησίασέ με και θα σε ψηλαφήσω, παιδί μου, αν εσύ είσαι ο γιος μου ο Ησαύ ή όχι». Διότι εξαιτίας της φωνής, ο δίκαιος αμφέβαλλε κάπως· αλλά, επειδή έπρεπε η θεία οικονομία να πραγματοποιηθεί, δεν του παραχωρήθηκε να αντιληφθεί την απάτη. «Πλησίασε δε», λέει, «ο Ιακώβ, και τον ψηλάφησε και είπε: Η μεν φωνή είναι φωνή Ιακώβ, τα δε χέρια είναι χέρια Ησαύ. Και δεν τον αναγνώρισε». Δες πώς αποδεικνύεται ότι τα πάντα ήταν έργο της χάριτος του Θεού, η οποία προετοίμασε και τον ίδιο ώστε να μην αντιληφθεί τίποτα από όσα συνέβαιναν, και τον Ιακώβ ώστε να απολαύσει την πατρική ευλογία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες