Ἐπειδὴ γὰρ εἶπεν, Εἰ σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ; καὶ εἶπεν, Ἐγώ· εἶπε, Προσάγαγέ μοι, καὶ φάγομαι ἀπὸ τῆς θήρας σου, τέκνον, ἵνα εὐλογήσῃ σε ἡ ψυχή μου· μόλις ποτὲ τῆς ἀγωνίας λοιπὸν ἀπηλλάγη ὁ Ἰακὼβ, Καὶ προσήνεγκε τῷ πατρὶ τὰ ἐδέσματα, καὶ εἰσήνεγκεν οἶνον, καὶ ἔπιε. Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἔγγισόν μοι, καὶ φίλησόν με, τέκνον. Καὶ ἐγγίσας ἐφίλησεν αὐτόν· καὶ ὠσφράνθη τὴν ὀσμὴν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν, καὶ εἶπεν.
Μετάφραση
Διότι, αφού είπε: «Εσύ είσαι ο υιός μου ο Ησαύ;» και εκείνος απάντησε: «Εγώ»· του είπε: «Φέρε μου, και θα φάω από το κυνήγι σου, παιδί μου, για να σε ευλογήσει η ψυχή μου»· μόλις λοιπόν επιτέλους απαλλάχθηκε από την αγωνία ο Ιακώβ, πρόσφερε στον πατέρα του τα εδέσματα, έφερε και κρασί, και εκείνος ήπιε. Και του είπε: «Πλησίασέ με και φίλησέ με, παιδί μου». Και αφού πλησίασε, τον φίλησε· και οσμίστηκε τη μυρωδιά των ενδυμάτων του, και τον ευλόγησε, και είπε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες