Τὸ δὲ εἰπεῖν τὸν Ἰακὼβ τῷ πατρί· «πεποίηκα καθ᾽ ἃ ἐλάλησάς μοι», σημαίνει τὴν ἀεὶ τοῦ λόγου πρὸς τὸν πατέρα ὑπακοήν. ὡς καὶ ἐν τῷ Ἰεζεκιὴλ λέγει· «ἐποίησα καθ᾽ ἃ ἐνετείλατό μοι». Εἶπεν δὲ αὐτῷ Ἰσαάκ· «τίς εἶ σύ; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ υἱός σου ὁ πρωτότοκος Ἡσαῦ». οὐχ ὡς ἀγνοῶν ὁ προφήτης ἐπερωτᾷ τὸν Ἰακώβ· ἐνορᾷ γὰρ πνευματικῶς τὰ γινόμενα. οὐ γὰρ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ ἐπερωτῶν τοὺς Γαβαωνίτας ἠγνόει τὸ ὑπ᾽ αὐτῶν τετεχνασμένον πανούργευμα, ἀλλὰ εἰδότως συνεχώρει, ἵνα τὰ ἔθνη εἰς Ἰησοῦν καὶ εἰς Ἰησοῦν μετανοοῦντα καὶ πιστεύοντα σωθῇ. οὕτως οὖν καὶ ἐνθάδε νοεῖν χρή. «Ἔγγισόν μοι, φησίν, καὶ ψηλαφήσω σε τέκνον, εἰ σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ ἢ οὔ. καὶ ἤγγισεν πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ ψηλαφήσας ἔφη· ἡ μὲν φωνὴ φωνὴ Ἰακώβ, αἱ δὲ χεῖρες χεῖρες Ἡσαῦ».
Μετάφραση
Το να πει όμως ο Ιακώβ στον πατέρα του: «έκανα σύμφωνα με όσα μου είπες», σημαίνει την παντοτινή υπακοή του Λόγου προς τον Πατέρα. Όπως λέει και στον Ιεζεκιήλ: «έπραξα σύμφωνα με όσα με προσέταξε». Είπε τότε σε αυτόν ο Ισαάκ: «ποιος είσαι εσύ;». Και εκείνος απάντησε: «εγώ είμαι ο γιος σου, ο πρωτότοκος Ησαύ». Ο προφήτης δεν ρωτά τον Ιακώβ από άγνοια, διότι βλέπει πνευματικά τα όσα συμβαίνουν. Ούτε άλλωστε ο Ιησούς του Ναυή, όταν ρωτούσε τους Γαβαωνίτες, αγνοούσε το πανούργημα που είχαν τεχνηέντως σκαρφιστεί, αλλά εν γνώσει του το επέτρεψε, ώστε τα έθνη, μετανοώντας και πιστεύοντας στον Ιησού, να σωθούν. Έτσι λοιπόν πρέπει να κατανοήσουμε τα πράγματα και εδώ. «Πλησίασέ με, λέει, να σε ψηλαφήσω, παιδί μου, για να δω αν εσύ είσαι ο γιος μου ο Ησαύ ή όχι. Και τον πλησίασε. Εκείνος, αφού τον ψηλάφησε, είπε: η μεν φωνή είναι φωνή Ιακώβ, αλλά τα χέρια είναι χέρια Ησαύ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες