Ἀναστὰς κάθισον, καὶ φάγε τῆς θήρας μου, ὅπως εὐλογήσῃ με ἡ ψυχή σου. Ἐπειδὴ δὲ κατεδήδοκεν ὁ πρεσβύτης τὸ προκομισθὲν, ἔφη πρὸς τὸ μειράκιον· Ἔγγισόν μοι, καὶ φίλησόν με, τέκνον. Καὶ ἐγγίσας ἐφίλησεν αὐτόν· καὶ ὠσφράνθη τῆς ὀσμῆς τῶν ἱματίων αὐτοῦ, καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ὀσμὴ τοῦ υἱοῦ μου, ὡς ὀσμὴ ἀγροῦ πλήρους ὃν εὐλόγησε Κύριος, καὶ δῴη σοι Κύριος ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς, πλῆθος σίτου καὶ οἴνου. Καὶ δουλευσάτωσάν σοι ἔθνη, καὶ προσκυνησάτωσάν σοι ἄρχοντες, καὶ γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου. καὶ προσκυνήσουσί σοι οἱ υἱοὶ τοῦ πατρός σου. Ὁ καταρώμενός σε, ἐπικατάρατος· καὶ ὁ εὐλογῶν σε, εὐλογημένος.» Οὐκοῦν προαποκεκέρδηκε μὲν Ἰακὼβ τὴν παρὰ τοῦ πατρὸς εὐλογίαν· εἶτα δεύτερον ἐξ ἀγρῶν κατόπιν ἔρχεται τὴν θήραν ἑλὼν ὁ Ἡσαῦ. Προσκομίσας δὲ τῷ πατρὶ, περιττὸς ἦν ἔτι, καὶ τὸ γεγονὸς ἐδιδάσκετο. Ἤκουσε γὰρ εὐθύς· «Ἔλθων ὁ ἀδελφός σου, μετὰ δόλου ἔλαβε τὴν εὐλογίαν σου.» Οὐκ ἀδακρυτὶ δὲ λέγοντος, «Μὴ εὐλογία μία ἔσται σοι, πάτερ; εὐλόγησον δὴ κἀμέ· ἔφη πάλιν ὁ Ἰσαάκ· Ἰδοὺ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς ἔσται ἡ κατοίκησίς σου· καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν, καὶ ἐπὶ τῇ μαχαίρᾳ σου ζήσῃ, καὶ τῷ ἀδελφῷ σου δουλεύσεις. Ἔσται δὲ ἡνίκα ἐὰν καθέλῃς καὶ ἐκλύσῃς τὸν ζυγὸν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ τραχήλου σου.»
Μετάφραση
«Σήκω, κάθισε και φάγε από το κυνήγι μου, ώστε να με ευλογήσει η ψυχή σου». Αφού δε ο γέροντας έφαγε αυτό που του προσκομίστηκε, είπε στον νέο: «Πλησίασέ με και φίλησέ με, τέκνο μου». Και αφού πλησίασε, τον φίλησε· και μύρισε την οσμή των ενδυμάτων του, τον ευλόγησε και του είπε: «Ιδού, η οσμή του υιού μου είναι ως οσμή αγρού πλήρους, τον οποίο ευλόγησε ο Κύριος. Και είθε να σου δώσει ο Κύριος από τη δροσιά του ουρανού και από την ευφορία της γης, πλήθος σίτου και οίνου. Και ας σε δουλεύσουν έθνη, και ας σε προσκυνήσουν άρχοντες, και γίνε κύριος του αδελφού σου, και θα σε προσκυνήσουν οι υιοί του πατέρα σου. Όποιος σε καταράται, ας είναι επικατάρατος, και όποιος σε ευλογεί, ευλογημένος». Επομένως, ο Ιακώβ πρόλαβε και κέρδισε από πριν την ευλογία του πατέρα του· έπειτα, δεύτερος, έρχεται από τους αγρούς πίσω του ο Ησαύ, έχοντας πιάσει το κυνήγι. Όταν το προσέφερε στον πατέρα του, ήταν πλέον περιττός, και πληροφορήθηκε το γεγονός. Διότι άκουσε αμέσως: «Ήλθε ο αδελφός σου με δόλο και έλαβε την ευλογία σου». Όταν δε εκείνος είπε με δάκρυα, «Μήπως έχεις μόνο μία ευλογία, πατέρα; Ευλόγησε λοιπόν και εμένα», είπε πάλι ο Ισαάκ: «Ιδού, από την ευφορία της γης θα είναι η κατοικία σου, και από τη δροσιά του ουρανού άνωθεν, και με τη μάχαιρά σου θα ζήσεις, και θα δουλεύεις στον αδελφό σου. Θα έλθει όμως καιρός που θα επαναστατήσεις και θα αποτινάξεις τον ζυγό του από τον τράχηλό σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες