Ὅτι δὲ καὶ σεσώσμεθα τὰ τοῦ θανάτου φυγόντες δεσμὰ, καὶ ἀνατρέχοντες εἰς ἀφθαρσίαν, πῶς ἂν εἴη λοιπὸν, ἢ πόθεν ἀμφίβολον; Ἐπεφάνη γὰρ ἡμῖν ὡς ἐν νυκτὶ καὶ ἐν σκότῳ λαμπὰς, ὁ Υἱὸς, φῶς τὸ θεῖον ταῖς τῶν πιστευόντων ψυχαῖς ἐνιείς. Τοιγάρτοι καὶ ἔφασκεν· «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου.» Ὅτι τοίνυν κατὰ τὴν αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος φωνὴν μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης. Κλῆρον γὰρ ἕξουσι τὸν ἐν οὐρανοῖς, καὶ αὐτὸν ἐπαμύνοντα τὸν τῶν ὅλων Θεὸν καὶ Σωτῆρα. Ὄψονται δὲ καὶ αὐτὸ τὸ ἐπὶ Χριστοῦ μυστήριον· καὶ ἐξ αὐτῶν οὐδὲν ἧττον ἀναμάθοι τις ἂν, τῶν κατὰ τὸν μακάριον Ἰακώβ. Παραθεῖναι δὲ οἶμαι πρέπον τὰ ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, πρὸς ἀκριβεστέραν εἴδησιν τοῖς ἐντευξομένοις. Ἔχει δὲ οὔτω· «Καὶ ἐνεκότει Ἡσαῦ τῷ Ἰακὼβ περὶ τῆς εὐλογίας, ἧς εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ. εἶπε δὲ Ἡσαῦ ἐν τῇ διανοίᾳ· Ἐγγισάτωσαν αἱ ἡμέραι τοῦ πένθους τοῦ πατρός μου, ἴνα ἀποκτείνω Ἰακὼβ τὸν ἀδελφόν μου. Ἀπηγγέλθη δὲ τῇ Ῥεβέκκᾳ τὰ ῥήματα Ἡσαῦ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς τοῦ πρεσβυτέρου. Καὶ πέμψασα ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν νεώτερον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός σου ἀπειλεῖ σοι τοῦ ἀποκτεῖναί σε. Νῦν οὖν, τέκνον, ἄκουσόν μου τῆς φωνῆς, καὶ ἀναστὰς ἀπόδραθι εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, πρὸς Λάβαν τὸν ἀδελφόν μου εἰς Χαῤῥάν.
Μετάφραση
Και ότι, βέβαια, έχουμε σωθεί, αφού αποφύγαμε τα δεσμά του θανάτου και επιστρέψαμε στην αφθαρσία, πώς ή από πού θα μπορούσε να είναι πλέον αμφίβολο; Διότι ο Υιός εμφανίστηκε σε εμάς σαν λαμπάδα μέσα στη νύχτα και στο σκοτάδι, ενσταλάζοντας το θείο φως στις ψυχές όσων πιστεύουν. Γι' αυτό άλλωστε και έλεγε: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου». Επομένως, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Σωτήρα, μακάριοι είναι αυτοί που διώκονται για χάρη της δικαιοσύνης. Διότι θα λάβουν ως κληρονομιά όσα βρίσκονται στους ουρανούς, και θα έχουν υπερασπιστή τον ίδιο τον Θεό και Σωτήρα των όλων. Θα κατανοήσουν δε και το ίδιο το μυστήριο του Χριστού· και τίποτα λιγότερο δεν θα μπορούσε κανείς να διδαχθεί και από τα γεγονότα που αφορούν τον μακάριο Ιακώβ. Θεωρώ δε πρέπον να παραθέσω τα όσα έχουν γραφτεί για αυτόν, για την ακριβέστερη ενημέρωση των αναγνωστών. Έχουν δε ως εξής: «Και ο Ησαύ μνησικακούσε εναντίον του Ιακώβ για την ευλογία με την οποία τον ευλόγησε ο πατέρας του. Και είπε ο Ησαύ από μέσα του: Ας πλησιάσουν οι ημέρες του πένθους για τον πατέρα μου, για να σκοτώσω τον αδελφό μου, τον Ιακώβ. Αναγγέλθηκαν όμως στη Ρεβέκκα τα λόγια του Ησαύ, του μεγαλύτερου γιου της. Και αφού έστειλε, κάλεσε τον Ιακώβ, τον νεότερο γιο της, και του είπε: Ιδού, ο Ησαύ ο αδελφός σου σε απειλεί ότι θα σε σκοτώσει. Τώρα λοιπόν, παιδί μου, άκουσε τη φωνή μου, και σήκω να φύγεις γρήγορα στη Μεσοποταμία, στον αδελφό μου τον Λάβαν, στη Χαρράν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες