Οὕτω δὴ καὶ νῦν ὁ Ἡσαῦ ἰδὼν τὸν ἀδελφὸν τὰς εὐλογίας παρὰ τοῦ πατρὸς δεξάμενον, καὶ ὑπὸ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς βασκανίας εἰς φόνον ἐξενεχθεὶς, ἐμελέτα τοῦ ἀδελφοῦ τὴν ἀναίρεσιν. Ἀλλ᾽ ἡ θαυμασία μήτηρ τοῦτο αἰσθομένη, πάλιν τὴν μητρικὴν φιλοστοργίαν περὶ τὸν παῖδα ἐπιδείκνυται καὶ συμβουλὴν εἰσάγει τὴν δυναμένην αὐτὸν ἐξαρπάσαι τῶν τοῦ ἀδελφοῦ χειρῶν. Καλέσασα γὰρ, φησὶ, τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν νεώτερον, εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός σου ἀπειλεῖ σοι ἀποκτεῖναί σε. Νῦν οὖν ἄκουσόν μου τῆς φωνῆς. Ἡ πεῖρά σε διδασκέτω, φησὶν, ὅτι τὰ λυσιτελῆ σοι συμβουλεύω, καὶ καθάπερ ἤδη τῆς ἐμῆς φωνῆς ἀκούσας, τὰς μεγάλας ἐκείνας εὐλογίας ἐπεσπάσω παρὰ τοῦ πατρὸς, οὕτω δὴ καὶ νῦν ἄκουσόν μου τῆς φωνῆς, ἵνα διαφυγεῖν δυνηθῇς τοῦ ἀδελφοῦ τὰς χεῖρας. Οὕτω γὰρ ἑαυτὸν ἐλευθερώσεις τῶν κινδύνων, κἀμὲ τοῦ πένθους. Εἰκὸς γὰρ ἐκεῖνον, εἰ τοῦτο τολμήσειε, δίκην ἀπαιτηθῆναι, καὶ πανταχόθεν ἐμοὶ τῆς ὀδύνης τὴν ἐπίτασιν αὔξεσθαι. Ἄκουσον οὖν μου τῆς φωνῆς, καὶ ἀναστὰς ἀπόδραθι πρὸς τὸν ἀδελφόν μου Λάβαν εἰς Χαῤῥὰν, καὶ οἴκησον μετ᾽ αὐτοῦ ἡμέρας τινὰς, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ σου ἀπὸ σοῦ, καὶ ἐπιλάθηται ἃ πεποίηκας αὐτῷ· καὶ ἀποστείλασα μεταπέμψομαί σε ἐκεῖθεν, μήποτε ἀτεκνωθῶ ἐκ τῶν δύο ὑμῶν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ. Ἄπιθι, φησὶ, πρὸς τὸν ἀδελφόν μου Λάβαν, καὶ οἴκει ἐκεῖ μετ᾽ αὐτοῦ.
Μετάφραση
Έτσι λοιπόν και τώρα ο Ησαύ, βλέποντας τον αδελφό του να λαμβάνει τις ευλογίες από τον πατέρα του, και ωθούμενος σε φόνο από τον θυμό και τον φθόνο, σχεδίαζε τη δολοφονία του αδελφού του. Αλλά η θαυμαστή μητέρα, αντιλαμβανόμενη τούτο, επιδεικνύει και πάλι τη μητρική της φιλοστοργία για το παιδί και του προσφέρει συμβουλή ικανή να τον διασώσει από τα χέρια του αδελφού του. Διότι, αφού κάλεσε, λέει, τον νεότερο υιό της, του είπε: Ιδού, ο αδελφός σου ο Ησαύ σε απειλεί ότι θα σε σκοτώσει. Τώρα λοιπόν άκουσε τη φωνή μου. Η πείρα ας σε διδάξει, λέει, ότι σε συμβουλεύω αυτά που σε ωφελούν, και όπως ακριβώς επειδή άκουσες ήδη τη φωνή μου απέσπασες εκείνες τις μεγάλες ευλογίες από τον πατέρα σου, έτσι λοιπόν και τώρα άκουσε τη φωνή μου, για να μπορέσεις να διαφύγεις από τα χέρια του αδελφού σου. Διότι έτσι θα ελευθερώσεις τον εαυτό σου από τους κινδύνους, αλλά και εμένα από το πένθος. Επειδή είναι επόμενο εκείνος, εάν τολμούσε κάτι τέτοιο, να τιμωρηθεί, και έτσι να αυξηθεί από παντού για μένα η ένταση της οδύνης. Άκουσε λοιπόν τη φωνή μου, και σήκω να φύγεις προς τον αδελφό μου τον Λάβαν στη Χαρράν, και κατοίκησε μαζί του μερικές ημέρες, μέχρι να απομακρυνθεί από εσένα ο θυμός και η οργή του αδελφού σου, και να ξεχάσει όσα του έκανες· και έπειτα θα στείλω ανθρώπους να σε φέρουν από εκεί, για να μη στερηθώ και τους δυο σας σε μία μόνο ημέρα. Πήγαινε, λέει, προς τον αδελφό μου τον Λάβαν, και μείνε εκεί μαζί του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες