Ὅρα γοῦν ἀκριβῶς ἅπαντα, ἵνα μάθῃς τῆς οἰκονομίας τὴν ὑπερβολὴν, καὶ πῶς ὁ μὲν τῆς ἐκεῖθεν ἀπολαύων ῥοπῆς, πολλῆς ἐν ἅπασιν ἀξιοῦται τῆς συνεργίας, ὥστε τὴν τοῦ πατρὸς εὐλογίαν εἰς αὐτὸν μετενεχθῆναι· ὁ δὲ πάντων διαμαρτάνει, προδεδομένος οἴκοθεν διὰ τὴν τῶν τρόπων μοχθηρίαν. Ῥεβέκκα δὲ, φησὶν, ἤκουσε λαλοῦντος Ἰσαὰκ πρὸς Ἡσαῦ τὸν υἱὸν αὐτοῦ. Ἐπορεύθη δὲ Ἡσαῦ εἰς τὸ πεδίον θηρᾶσαι θήραν τῷ πατρὶ αὐτοῦ. Εἶπε δὲ Ῥεβέκκα πρὸς τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν ἐλάσσω. Διὰ τί προσέθηκε, Τὸν ἐλάσσω; Ἐπειδὴ ἀνωτέρω εἶπεν, ὅτι Ἐκάλεσεν Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν πρεσβύτερον, ἵνα μάθωμεν τίνι νῦν διαλέγεται ἡ Ῥεβέκκα, φησὶ, Πρὸς τὸν ἐλάσσω, τοῦτ᾽ ἔστι, τὸν Ἰακώβ· Ἴδε ἐγὼ ἤκουσα τοῦ πατρός σου λαλοῦντος πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφόν σου, καὶ λέγοντος· Ἔνεγκέ μοι θήραν, καὶ ποίησόν μοι ἐδέσματα, ἵνα φαγὼν εὐλογήσω σε ἐναντίον Κυρίου, πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν με. Ταῦτα μὲν ἤκουσα τοῦ πατρός σου πρὸς τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ἡσαῦ διαλεγομένου. Νῦν οὖν, υἱὲ, ἄκουέ μου καθά σοι ἐγὼ ἐντέλλομαι, καὶ πορευθεὶς εἰς τὰ πρόβατα, λάβε μοι ἐκεῖθεν δύο ἐρίφους ἁπαλοὺς καὶ καλοὺς, καὶ ποιήσω αὐτοὺς ἐδέσματα τῷ πατρί σου, ὡς φιλεῖ, καὶ εἰσοίσεις τῷ πατρί σου, καὶ φάγεται, ὅπως εὐλογήσῃ σε ὁ πατήρ σου πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν αὐτόν.
Μετάφραση
Πρόσεξε, λοιπόν, με ακρίβεια τα πάντα, για να κατανοήσεις το υπέρμετρο μέγεθος της θείας οικονομίας, και πώς αφενός εκείνος που απολαμβάνει την άνωθεν εύνοια, αξιώνεται άφθονης συνεργείας σε όλα, ώστε να μεταφερθεί σε αυτόν η ευλογία του πατέρα· ενώ αφετέρου ο άλλος αποτυγχάνει στα πάντα, προδομένος από τον ίδιο του τον εαυτό εξαιτίας της μοχθηρίας του χαρακτήρα του. Η Ρεβέκκα, λέει το κείμενο, άκουσε τον Ισαάκ την ώρα που μιλούσε προς τον Ησαύ, τον γιο του. Ο Ησαύ, λοιπόν, πήγε στην πεδιάδα για να κυνηγήσει θήραμα για τον πατέρα του. Η Ρεβέκκα τότε μίλησε στον μικρότερο γιο της. Γιατί άραγε πρόσθεσε τη φράση «τον μικρότερο»; Επειδή πρωτύτερα είχε αναφέρει ότι «ο Ισαάκ κάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του», προκειμένου να μάθουμε με ποιον συνομιλεί τώρα η Ρεβέκκα, λέει «προς τον μικρότερο», δηλαδή προς τον Ιακώβ: «Να, εγώ άκουσα τον πατέρα σου να μιλά στον αδελφό σου τον Ησαύ, και να του λέει: Φέρε μου θήραμα και φτιάξε μου εδέσματα, ώστε, αφού φάω, να σε ευλογήσω ενώπιον του Κυρίου, προτού πεθάνω. Αυτά, λοιπόν, άκουσα από τον πατέρα σου καθώς συνομιλούσε με τον αδελφό σου, τον Ησαύ. Τώρα, επομένως, γιε μου, άκουσέ με σύμφωνα με όσα σε προστάζω· πήγαινε στο κοπάδι και φέρε μου από εκεί δύο κατσικάκια τρυφερά και καλά, και εγώ θα τα ετοιμάσω ως εδέσματα για τον πατέρα σου, έτσι όπως τα προτιμά. Έπειτα θα τα προσφέρεις στον πατέρα σου και θα τα φάει, ώστε να ευλογήσει εσένα ο πατέρας σου προτού πεθάνει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες