τὸ δὲ εἰπεῖν πρὸς αὐτόν, «λάβε τὴν φαρέτραν καὶ τὸ τόξον σου» δηλοῖ, ὅτι ἔμελλεν ὁ λαὸς ἰδίας δόξης ἀντιποιούμενος μὴ πίστει δικαιοῦσθαι, ἀλλ᾽ ἐν πολέμῳ καὶ μαχαίρᾳ καυχώμενος τύραννον ἑαυτοῦ βασιλέα αἰτεῖσθαι, ὡς καὶ Μωϋσῆς πρὸς αὐτὸν ἔλεγεν, «καὶ ἡ μάχαιρα καύχημά σου». «Εἶπεν δὲ Ῥεβέκκα πρὸς Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν νεώτερον· ἰδοὺ ἐγὼ ἤκουσα τοῦ πατρός σου λαλοῦντος πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφόν σου καὶ λέγοντος· ἔνεγκέ μοι θήραν καὶ ποίησόν μοι ἐδέσματα καὶ φαγὼν εὐλογήσω σε ἐναντίον κυρίου. νῦν οὖν ἄκουσόν μου τέκνον τῆς φωνῆς καὶ πορευθεὶς εἰς τὰ πρόβατα λάβε μοι ἐκεῖθεν δύο ἐρίφους ἁπαλοὺς καὶ καλοὺς καὶ ποιήσω αὐτοὺς ἐδέσματα τῷ πατρί σου ὡς φιλεῖ καὶ εἰσοίσεις τῷ πατρί σου καὶ φάγεται, ὅπως εὐλογήσῃ 〈σε〉 ὁ πατήρ σου πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν αὐτόν».
Μετάφραση
Το να του πει, «πάρε τη φαρέτρα και το τόξο σου», φανερώνει ότι ο λαός, επιδιώκοντας δική του δόξα, δεν επρόκειτο να δικαιωθεί μέσω της πίστης, αλλά, καυχώμενος για τον πόλεμο και το μαχαίρι, επρόκειτο να ζητήσει για τον εαυτό του έναν τύραννο βασιλιά, όπως άλλωστε έλεγε και ο Μωυσής προς αυτόν: «και το μαχαίρι είναι το καύχημά σου». «Είπε τότε η Ρεβέκκα προς τον Ιακώβ, τον νεότερο γιο της: Ιδού, εγώ άκουσα τον πατέρα σου να μιλάει προς τον Ησαύ, τον αδελφό σου, και να του λέει: Φέρε μου κυνήγι και φτιάξε μου εδέσματα, και, αφού φάω, θα σε ευλογήσω ενώπιον του Κυρίου. Τώρα, λοιπόν, παιδί μου, άκουσε τη φωνή μου και, πηγαίνοντας στα κοπάδια, φέρε μου από εκεί δύο κατσικάκια, τρυφερά και καλά, και θα τα κάνω εδέσματα για τον πατέρα σου, όπως του αρέσουν, και θα τα πας στον πατέρα σου και θα φάει, ώστε να σε ευλογήσει ο πατέρας σου πριν πεθάνει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες