Καὶ οἴκησον μετ᾽ αὐτοῦ ἡμέρας τινὰς ἕως τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ ἐπιλάθηται ἂ πεποίηκας αὐτῷ, καὶ ἀποστείλασα μεταπέμψομαί σε ἐκεῖθεν, μήποτε ἀτεκνωθῶ ἀπὸ τῶν δύο ὑμῶν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ.» Εἶτα τῆς ἀποδημίας εὐπρόσωπον ἀφορμὴν ἐπορίζετο τῷ υἱῷ, καὶ δὴ προσελθοῦσα τῷ Ἰσαὰκ, ἔφη· «Προσώχθικα τῇ ζωῇ μου διὰ τὰς θυγατέρας τῶν υἱῶν Χέτ. Εἰ λήψεται Ἰακὼβ γυναῖκα ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῆς γῆς ταύτης, ἵνα τί μοι τὸ ζῇν;» Ἵνα γὰρ μὴ ἀνεθέλητον τῷ πατρὶ ποιοῖτο τὴν ἀποδρομὴν ὁ μακάριος Ἰακὼβ, λύπης τε καὶ ὀργῆς ἀναδειχθείη πρόξενος, εὐτέχνως τὸ γύναιον ἀναπείθει τὸν πρεσβύτην, ἐπιτρέψαι τῷ υἱῷ τὴν ἀποδημίαν. «Προσκαλεσάμενος γὰρ, φησὶν, Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ, εὐλόγησεν αὐτὸν, καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ λέγων· »Οὐ λήψῃ γυναῖκα ἐκ τῶν θυγατέρων Χαναάν. Ἀναστὰς ἀπόδραθι εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, εἰς τὸν οἶκον Βαθουὴλ τοῦ πατρὸς τῆς μητρός σου, καὶ λάβε σεαυτῷ γυναῖκα ἐκεῖθεν ἐκ τῶν θυγατέρων Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός σου. Ὁ δὲ Θεός μου εὐλογήσαι σε καὶ αὐξήσαι σε καὶ πληθύναι σε, καὶ ἔσῃ εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν, καὶ δῴη σοι τὴν εὐλογίαν Ἀβραὰμ τοῦ πατρός σου, σοὶ καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ, κληρονομῆσαι τὴν γῆν τῆς παροικήσεώς σου, ἢν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ.» βʹ.
Μετάφραση
«Και κατοίκησε μαζί του μερικές ημέρες, έως ότου αποστραφεί ο θυμός και η οργή του αδελφού σου, και ξεχάσει όσα του έπραξες. Τότε θα στείλω μήνυμα και θα σε φέρω πίσω από εκεί, για να μη στερηθώ και τους δυο σας σε μία ημέρα.» Έπειτα εξασφάλισε για τον γιο της μια εύλογη αφορμή για την αποδημία του, και πηγαίνοντας προς τον Ισαάκ, του είπε: «Απηύδησα με τη ζωή μου εξαιτίας των θυγατέρων των υιών του Χετ. Εάν ο Ιακώβ πάρει γυναίκα από τις θυγατέρες αυτής της γης, ποιο το νόημα να ζω;» Διότι, προκειμένου να μην πραγματοποιήσει ο μακάριος Ιακώβ την αποδημία του ενάντια στη θέληση του πατέρα του και καταστεί πρόξενος λύπης και οργής, η γυναίκα πείθει με επιδεξιότητα τον γέροντα να επιτρέψει στον γιο του να αποδημήσει. «Διότι αφού προσκάλεσε», αναφέρει, «ο Ισαάκ τον Ιακώβ, τον ευλόγησε και του έδωσε εντολή λέγοντας: "Δεν θα λάβεις σύζυγο από τις θυγατέρες της Χαναάν. Σήκω και αναχώρησε για τη Μεσοποταμία, στον οίκο του Βαθουήλ, του πατέρα της μητέρας σου, και πάρε για τον εαυτό σου γυναίκα από εκεί, από τις θυγατέρες του Λάβαν, του αδελφού της μητέρας σου. Και ο Θεός μου είθε να σε ευλογήσει, να σε αυξήσει και να σε πληθύνει, και να γίνεις σύναξη εθνών. Και είθε να δώσει σε εσένα την ευλογία του πατέρα σου Αβραάμ, σε εσένα και στο σπέρμα σου μετά από εσένα, ώστε να κληρονομήσεις τη γη της παροικίας σου, την οποία έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ."» β΄.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες