Ταῦτα δ᾽ ἡμῖν ὡς ἐν τηλικούτοις εἴρηται παραστῆσαι βουλομένοις, ὅτι δὴ ἀναμφιλέκτως οὔτε ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, οὔτε ἀγγελική τις δύναμις ἦν ἡ χρηματίζουσα τῷ Μωσεῖ, αὐτὸς δὲ ὁ θεῖος Λόγος, ὃν ἀκριβῶς πεπιστεύκαμεν μετὰ τὸν τῶν ὅλων Πατέρα καὶ Κύριον δεύτερον εἶναι τῶν ἁπάντων Θεόν τε καὶ Κύριον· ὥσπερ δὴ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σαφέστερον ἡμᾶς παιδεύει λέγων, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν· καὶ Θεὸς ἦν ὁ λόγος· πολλῆς δ᾽ ἂν γένοιτο καὶ οὐχὶ τῆς παρούσης σχολῆς σαφηνίζειν τίς ἄρ᾽ εἴη ὁ τόπος καὶ ἡ πέτρα περὶ ὧν εἶπεν ὁ Κύριος, Ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐμοὶ καὶ στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἀπόστολος τὴν πέτραν ἐδήλωσεν εἰπὼν, ἡ πέτρα δὲ ἦν ὁ Χριστός. Οὐκ ἄλλον δὲ τῆς πέτρας ὄντα καὶ τὸν τόπον ὑπολαμβάνω τὸν αὐτὸν τυγχάνοντα τῷ ἀπαντήσαντι τῷ Ἰακὼβ ἔνθα γέγραπται, Ἐξῆλθεν δὲ ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου, καὶ ἐπορεύθη εἰς Χαρράν. Καὶ ἀπήντησεν τόπῳ ἔνθα καὶ ἰδὼν ἐν ὁράματι τὴν κλίμακα καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῆς ἐστηριγμένον κύριον, διυπνισθεὶς φησὶν, ὅτι ἔστιν Κύριος ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· καὶ πάλιν εἶπεν, ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος, οὐκ ἔστι τοῦτο ἄλλ᾽ ἢ οἶκος τοῦ Θεοῦ· καὶ αὐτὴ ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ.
Μετάφραση
Αυτά λοιπόν έχουν λεχθεί από εμάς με αυτόν τον τρόπο, επειδή θέλουμε να αποδείξουμε ότι αναμφίλεκτα δεν ήταν ούτε ο Θεός των όλων, ούτε κάποια αγγελική δύναμη αυτή που αποκαλυπτόταν στον Μωυσή, αλλά ο ίδιος ο θείος Λόγος, για τον οποίο έχουμε πιστέψει ακράδαντα ότι, μετά τον Πατέρα και Κύριο των όλων, είναι δεύτερος Θεός και Κύριος των πάντων· όπως ακριβώς και ο ευαγγελιστής Ιωάννης μάς διδάσκει με μεγαλύτερη σαφήνεια λέγοντας: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Θα απαιτούσε δε πολύ χρόνο, και όχι τον παρόντα, το να διασαφηνίσουμε ποιος άραγε να είναι ο τόπος και η πέτρα για τα οποία μίλησε ο Κύριος: «Ιδού ένας τόπος κοντά σε εμένα, και θα σταθείς πάνω στην πέτρα»· αλλά ο μεν απόστολος φανέρωσε την πέτρα λέγοντας, «η δε πέτρα ήταν ο Χριστός». Θεωρώ δε ότι ο τόπος δεν είναι κάτι διαφορετικό από την πέτρα, και ότι τυγχάνει να είναι ο ίδιος με εκείνον που συναντήθηκε με τον Ιακώβ, εκεί όπου είναι γραμμένο: «Και εξήλθε ο Ιακώβ από το Φρέαρ του Όρκου και πορεύτηκε προς τη Χαρράν». «Και έφτασε σε έναν τόπο», όπου, αφού είδε σε όραμα την κλίμακα και τον Κύριο να στηρίζεται πάνω της, όταν ξύπνησε, είπε: «Όντως υπάρχει ο Κύριος σε αυτόν τον τόπο»· και πάλι είπε: «Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός· δεν είναι τούτο τίποτε άλλο παρά ο οίκος του Θεού, και αυτή είναι η πύλη του ουρανού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες