Τοῦτον γὰρ καὶ μεγάλης βουλῆς Ἄγγελον τοῦ Πατρὸς εἰδὼς καλούμενον, οὐκ ἄλλον ἢ αὐτὸν εἶναι τὸν εὐλογοῦντα, καὶ ῥυόμενον ἐκ τῶν κακῶν ἔλεγεν. Οὐ γὰρ αὐτὸς μὲν παρὰ Θεοῦ ἠξίου εὐλογεῖσθαι, τοὺς δὲ ἐκγόνους ἤθελε παρ᾽ ἀγγέλου· ἀλλ᾽ ὃν αὐτὸς παρεκάλει λέγων, Οὐ μή σε ἀποστείλω, ἐὰν μή με εὐλογήσῃς (Θεὸς δὲ ἦν οὗτος, ὡς αὐτός φησιν· Εἶδον Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον), τοῦτον εὐλογῆσαι καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ηὔχετο. Ἀγγέλου μὲν οὖν ἴδιον τὸ διακονεῖν τῇ τοῦ Θεοῦ προστάξει· πολλάκις δὲ καὶ προπορεύεται ἐκβάλλειν τὸν Ἀμοῤῥαῖον, καὶ πέμπεται φυλάξαι τὸν λαὸν ἐν τῇ ὁδῷ· ἀλλὰ καὶ ταῦτα οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, τοῦ δὲ προστάξαντος καὶ ἀποστείλαντος αὐτὸν Θεοῦ, οὗ καὶ τὸ ῥύεσθαι ἔστιν, οὓς ἂν αὐτὸς θελήσῃ ῥύεσθαι· διὰ τοῦτο οὐκ ἄλλος ἢ αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ὀφθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μετὰ σοῦ, διαφυλάσσων σε ἐν τῇ ὁδῷ πάσῃ, οὗ ἂν πορευθῇς· καὶ οὐκ ἄλλος, ἀλλὰ πάλιν ὁ Θεὸς ὁ ὀφθεὶς ἐπέσχε τοῦ Λάβαν τὴν ἐπιβουλὴν, κελεύσας αὐτῷ μὴ λαλῆσαι πονηρὰ τῷ Ἰακώβ· καὶ αὐτὸς δὲ οὐκ ἄλλον ἢ τὸν Θεὸν παρεκάλει λέγων· Ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἠσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι αὐτόν· καὶ γὰρ καὶ ταῖς γυναιξὶν ὁμιλῶν ἔλεγεν, ὅτι Οὐκ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τῷ Λάβαν κακοποιῆσαί με.
Μετάφραση
Διότι, επειδή γνώριζε ότι Αυτός ονομάζεται Άγγελος της μεγάλης βουλής του Πατρός, έλεγε ότι δεν ήταν κανείς άλλος παρά ο Ίδιος που τον ευλογούσε και τον ελευθέρωνε από τα κακά. Επειδή δεν αξίωνε βέβαια να ευλογηθεί ο ίδιος από τον Θεό, ενώ τους απογόνους του να τους ευλογήσει άγγελος· αλλά Εκείνον, τον οποίο ο ίδιος παρακαλούσε λέγοντας: «Δεν θα σε αφήσω να φύγεις, εάν δεν με ευλογήσεις» (και Αυτός ήταν ο Θεός, όπως λέει ο ίδιος: «Είδα τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο»), Αυτόν ακριβώς ευχόταν να ευλογήσει και τους γιους του Ιωσήφ. Ίδιον γνώρισμα λοιπόν του αγγέλου είναι να διακονεί σύμφωνα με την προσταγή του Θεού· και πολλές φορές προπορεύεται για να εκδιώξει τον Αμορραίο, και αποστέλλεται για να φυλάξει τον λαό καθ' οδόν. Αλλά και αυτά τα έργα δεν ανήκουν στον ίδιο τον άγγελο, αλλά στον Θεό που τον πρόσταξε και τον απέστειλε, στον οποίο ανήκει και το να σώζει, όποιους Αυτός θελήσει να σώσει. Γι' αυτό τον λόγο κανείς άλλος, παρά ο ίδιος ο Κύριος και Θεός που του εμφανίστηκε, του είπε: «Και ιδού, εγώ είμαι μαζί σου, διαφυλάσσοντάς σε σε κάθε οδό όπου θα πορευθείς». Και κανένας άλλος, αλλά πάλι ο Θεός που του εμφανίστηκε, ανέκοψε την επιβουλή του Λάβαν, διατάζοντάς τον να μην πει κακά λόγια στον Ιακώβ· και ο ίδιος δεν παρακαλούσε άλλον παρά τον Θεό, λέγοντας: «Ελευθέρωσέ με από τα χέρια του αδελφού μου Ησαύ, διότι τον φοβάμαι». Διότι και όταν μιλούσε στις γυναίκες του έλεγε ότι: «Δεν επέτρεψε ο Θεός στον Λάβαν να μου κάνει κακό».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες