Καὶ ἐξηγέρθη Ἰακὼβ ἐκ τοῦ ὕπνου αὐτοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι Ἔστι Κύριος ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐγὼ δὲ οὐκ ᾔδειν. Καὶ ἐφοβήθη, καὶ εἶπεν· Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος! Οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ᾽ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἀνέστη Ἰακὼβ τὸ πρωῒ, καὶ ἔλαβε τὸν λίθον ὃν ὑπέθηκεν ἐκεῖ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ.
Μετάφραση
Και ξύπνησε ο Ιακώβ από τον ύπνο του, και είπε: Πράγματι, ο Κύριος βρίσκεται σε αυτόν τον τόπο, και εγώ δεν το γνώριζα. Και φοβήθηκε, και είπε: Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός! Δεν είναι τίποτα άλλο αυτό παρά οίκος Θεού, και αυτή είναι η πύλη του ουρανού. Και σηκώθηκε ο Ιακώβ το πρωί, και πήρε τον λίθο που είχε τοποθετήσει εκεί στο προσκέφαλό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες