Καὶ ἔστησεν αὐτὸν στήλην, καὶ ἐπέχεεν ἔλαιον ἐπὶ τὸ ἄκρον αὐτῆς, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Οἶκος Θεοῦ.» Ὄνομα μὲν οὖν πόλεως εἶναί φαμεν» τὸ Φρέαρ τοῦ ὅρκου. «Γέγραπται γὰρ οὕτω περὶ αὐτοῦ· Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ παραγενόμενοι οἱ παῖδες Ἰσαὰκ, ἀπήγγειλαν αὐτῷ περὶ τοῦ φρέατος, οὗ ὤρυξαν, καὶ εἶπαν, οὐχ εὕρομεν ὕδωρ. Καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν ὅρκον. Διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τῇ πόλει, Φρέαρ ὅρκου, ἕως τῆς σήμερον. »Ὅρκου δὲ Φρέαρ» εἴ τις ἕλοιτο μαθεῖν, ἀνθ᾽ ὅτου δὴ πάλιν ἐκεῖνό φαμεν. Ἐκεῖ γὰρ ὅρκον εἰρήνης ἔθεντο πρὸς τὸν Ἰσαὰκ οἱ Γεραριτῶν ἡγούμενοι, Ἀβιμέλεχ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ. Ἀπαίρει δὴ οὖν ὁ θεσπέσιος Ἰακὼβ τῆς πατρῴας ἑστίας καὶ πόλεως αὐτῆς, καὶ γένους ἀπενοσφίζετο. Ταύτῃτοι δεινῶς καὶ ἀλύειν ἤρχετο. Ἐνενόει γάρ που κατὰ τὸ εἰκὸς ὡς ἀλήτης ἔσται καὶ ξένος, καὶ οἰκήσει μὲν ἐπ᾽ ἀλλοδαπῆς.
Μετάφραση
«Και τον έστησε ως στήλη, και έχυσε λάδι στην κορυφή της, και ονόμασε τον τόπο εκείνο Οίκο Θεού». Λέμε, λοιπόν, ότι το «Φρέαρ του όρκου» είναι όνομα πόλης. «Διότι έτσι έχει γραφτεί γι' αυτό: Και συνέβη εκείνη την ημέρα, ήρθαν οι δούλοι του Ισαάκ και του ανήγγειλαν για το πηγάδι που έσκαψαν, και του είπαν, δεν βρήκαμε νερό. Και το ονόμασε Όρκο. Γι' αυτόν τον λόγο ονόμασε την πόλη Φρέαρ όρκου, μέχρι και σήμερα». Αν πάλι κάποιος επιθυμεί να μάθει, για ποιον λόγο το ονομάζουμε «Φρέαρ όρκου»: διότι εκεί οι άρχοντες των Γεράρων, ο Αβιμέλεχ και οι συνοδοί του, έδωσαν όρκο ειρήνης στον Ισαάκ. Αναχωρεί, λοιπόν, ο θεσπέσιος Ιακώβ από την πατρική εστία και από την ίδια την πόλη, και αποχωριζόταν το γένος του. Γι' αυτόν τον λόγο άρχισε να περιέρχεται σε δεινή θλίψη. Επειδή, όπως ήταν φυσικό, αναλογιζόταν ότι θα γίνει περιπλανώμενος και ξένος, και ότι θα κατοικήσει σε ξένη γη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες