ὀστοῦν τοίνυν ἐκ τῶν ὀστῶν μου καὶ σὰρξ ἐκ τῶν σαρκῶν μου, δῆλον ὅτι σώματα ἦσαν καὶ οὐκ ἦν ἀσώματος ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα. «καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ξύλου καὶ ἔφαγεν», ὡς ὑπενοθεύθη ὑπὸ τοῦ ὄφεως καὶ γέγονεν ἐν παρακοῇ, «καὶ ἤκουσε τὴν φωνὴν τοῦ θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν, καὶ ἐκρύβη ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἐν τῷ ξύλῳ». καὶ ὁ θεός φησι τῷ Ἀδάμ «ποῦ εἶ»; ὁ δὲ ἐλεγχόμενος ἀποκρίνεται «τὴν φωνήν σου ἤκουσα καὶ ἐκρύβην, ὅτι γυμνός εἰμι». γυμνὸν δὲ ἄρα ποῖον ἔλεγε; τὴν ψυχὴν ἔλεγεν ἢ τὸ σῶμα; τὰ δὲ φύλλα τῆς συκῆς τίνα ἔσκεπε, τὴν ψυχὴν ἢ τὸ σῶμα; «καὶ τίς σοι εἶπε» φησίν «ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου οὗ ἐνετειλάμην σοὶ τούτου μόνου μὴ φαγεῖν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἔφαγες»; καί φησιν «ἡ γυνὴ ἣν ἔδωκάς μοι ἔδωκέν μοι, καὶ ἔφαγον». πόθεν δὲ ἐδόθη ἡ γυνὴ ἀλλὰ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τουτέστιν ἀπὸ τοῦ σώματος, πρὶν ἢ τοὺς χιτῶνας αὐτοῖς δοθῆναι; καὶ τῇ γυναικί φησι «τί ὅτι τοῦτο ἐποίησας»; ἡ δὲ εἶπεν «ὁ ὄφις ἠπάτησέ με καὶ ἔφαγον καὶ ἔδωκα καὶ τῷ ἀνδρί μου». ὁ δὲ θεὸς τῷ ὄφει ἐπιφέρει τὴν κατάραν καὶ τῇ γυναικὶ τὴν ὀδύνην καὶ τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ἐν ἱδρῶτι φαγεῖν τὸν ἄρτον. καὶ μετὰ ταῦτα λέγει «ἰδού, Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν· μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα καὶ ἅψηται τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα».
Μετάφραση
«Οστούν, λοιπόν, εκ των οστών μου και σάρκα εκ των σαρκών μου»· είναι φανερό ότι είχαν σώματα και δεν ήταν ασώματοι ο Αδάμ και η Εύα. «Και πήρε από το δέντρο και έφαγε», καθώς παραπλανήθηκε από το φίδι και περιέπεσε σε παρακοή, «και άκουσε τη φωνή του Θεού που περιπατούσε στον παράδεισο το δειλινό, και κρύφτηκε ο Αδάμ και η Εύα στο δέντρο». Και ο Θεός λέει στον Αδάμ: «Πού είσαι;» Εκείνος δε, ελεγχόμενος, αποκρίνεται: «Τη φωνή σου άκουσα και κρύφτηκα, διότι είμαι γυμνός». Για ποιο γυμνό, άραγε, μιλούσε; Για την ψυχή μιλούσε ή για το σώμα; Και τα φύλλα της συκιάς τι σκέπαζαν, την ψυχή ή το σώμα; «Και ποιος σου είπε», λέει, «ότι είσαι γυμνός, εάν δεν έφαγες από το δέντρο από το οποίο σε πρόσταξα μόνο από αυτό να μην φας;» Και λέει: «Η γυναίκα που μου έδωσες, εκείνη μου έδωσε, και έφαγα». Από πού, άλλωστε, του δόθηκε η γυναίκα παρά από την πλευρά του, δηλαδή από το σώμα του, προτού τους δοθούν οι χιτώνες; Και στη γυναίκα λέει: «Τι είναι αυτό που έκανες;» Εκείνη δε είπε: «Το φίδι με εξαπάτησε και έφαγα, και έδωσα και στον άνδρα μου». Ο δε Θεός επιφέρει την κατάρα στο φίδι, και στη γυναίκα την οδύνη, και στον άνθρωπο το να τρώει τον άρτο του με ιδρώτα. Και μετά από αυτά λέει: «Ιδού, ο Αδάμ έγινε σαν ένας από εμάς· μήπως τυχόν απλώσει το χέρι του και αγγίξει το δέντρο της ζωής και ζήσει στον αιώνα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες