οὐκ ἀγνοῶν τοίνυν ἠρώτα, ἀλλ᾽ ἐλέγχει πειράζων καὶ φιλανθρωπεύεται. καί «τίς μου ἥψατο;» φησίν, οὐχ ὅτι οὐκ ᾔδει τίς αὐτοῦ ἥψατο, ἀλλ᾽ ἵνα μὴ εἴπῃ δι᾽ ἑαυτοῦ τὸ γενόμενον θαῦμα, ἀλλ᾽ ὅπως ἐκείνη ἀκούσασα προσελθοῦσα εἴπῃ τὴν εἰς αὐτὴν γενομένην χάριν καὶ ὁμολογήσασα ἀκούσῃ· «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», ὅπως προτρέψηται καὶ ἄλλους πιστεύειν, ἵνα ἰαθῶσι. «τίνα με» φησί «λέγουσιν εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» ὡς καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ ἀπὸ προσώπου τοῦ πατρὸς λέγει «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» ᾔδει δὲ αὐτὸν ποῦ ἐστιν· διὸ καὶ ἐλέγχει αὐτὸν μετέπειτα λέγων «ἐκ τοῦ ξύλου ἔφαγες». καὶ τῷ Κάϊν «ποῦ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» καὶ οὐκ ἀγνοῶν ἠρώτα. λέγει γὰρ «ἐπικατάρατος σὺ ἐπὶ τῆς γῆς, ἣ ἔχανε δέξασθαι τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐκ τῆς χειρός σου. ἰδοὺ γὰρ τὸ αἷμα αὐτοῦ βοᾷ πρός με». οὐκ ἠγνόει τοίνυν ὁ λέγων ὅτι τὸ αἷμα βοᾷ, ἀλλ᾽ ὅπως δῷ αὐτῷ τόπον μετανοίας εἰς ἀπολογίαν, διὰ τοῦτο ἠρώτα.
Μετάφραση
Δεν ρωτούσε, λοιπόν, από άγνοια, αλλά δοκιμάζοντας ελέγχει και δείχνει τη φιλανθρωπία του. Και λέει: «ποιος με άγγιξε;», όχι επειδή δεν γνώριζε ποιος τον άγγιξε, αλλά για να μην αφηγηθεί ο ίδιος το θαύμα που έγινε, αλλά ώστε εκείνη, όταν το ακούσει, να πλησιάσει και να φανερώσει τη χάρη που της έγινε και, αφού την ομολογήσει, να ακούσει: «η πίστη σου σε έσωσε», προκειμένου να προτρέψει και άλλους να πιστέψουν για να θεραπευθούν. «Ποιον», λέει, «λένε ότι είμαι εγώ, ο Υιός του ανθρώπου;» Όπως και στην Παλαιά Διαθήκη, μιλώντας από το πρόσωπο του Πατέρα, λέει: «Αδάμ, πού είσαι;» Γνώριζε βέβαια πού βρισκόταν· γι' αυτό και τον ελέγχει στη συνέχεια λέγοντας: «από το δέντρο έφαγες». Και στον Κάιν λέει: «πού είναι ο Άβελ ο αδελφός σου;» Και πάλι δεν ρωτούσε από άγνοια. Διότι λέει: «επικατάρατος είσαι πάνω στη γη, η οποία άνοιξε για να δεχθεί το αίμα του αδελφού σου από το χέρι σου. Διότι ιδού, το αίμα του βοά προς εμένα». Δεν αγνοούσε, λοιπόν, Εκείνος που έλεγε ότι το αίμα βοά, αλλά ρωτούσε για αυτόν τον λόγο: για να του δώσει τόπο μετάνοιας προς απολογία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες