Ἐὰν δὲ καὶ πάλιν τὸ ἴδιον κρύψῃ ψεῦδος καὶ λαλεῖν ὑποκρίνηται διὰ χειλέων τὴν ἀλήθειαν—ἀλλ’ «οὐκ ἀγνοοῦντες αὐτοῦ τὰ νοήματα» δυνάμεθα λέγειν τὰ ὑπὸ τοῦ πνεύματος εἰς αὐτὸν εἰρημένα· «τῷ δὲ ἁμαρτωλῷ εἶπεν ὁ θεός· διὰ τί σὺ διηγῇ τὰ δικαιώματά μου;» καὶ «οὐχ ὡραῖος ὁ αἶνος ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ». οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τὴν ἀλήθειαν λέγων ἀξιόπιστός ἐστιν ὁ πανοῦργος. καὶ τοῦτο ἔδειξε μὲν ἡ γραφὴ διηγουμένη τὴν ἐν τῷ παραδείσῳ πρὸς τὴν Εὔαν αὐτοῦ κακοτεχνίαν· ἤλεγξε δὲ αὐτὸν καὶ ὁ κύριος, πρῶτον μὲν ἐν τῷ ὄρει διαιρῶν τὴν «πτύξιν τοῦ θώρακος» αὐτοῦ καὶ δεικνὺς αὐτόν, ὅστις ἐστὶν ὁ δόλιος, καὶ ἐλέγχων, ὅτι μὴ τῶν ἁγίων τίς ἐστιν, ἀλλὰ Σατανᾶς ἐστιν ὁ πειράζων, ἐν τῷ λέγειν· «ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· γέγραπται γάρ· κύριον τὸν θεόν σου προσκυνήσεις, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις»· καὶ ὅτε δὲ κράζοντας ἀπὸ τῶν μνημείων ἐφίμωσε τοὺς δαίμονας. ἦν μὲν γὰρ ἀληθὲς τὸ παρ’ αὐτῶν λεγόμενον, καὶ οὐκ ἐψεύδοντο τότε λέγοντες, «ὅτι σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ» καὶ «ὁ ἅγιος τοῦ θεοῦ»· ἀλλ’ οὐκ ἤθελε δι’ ἀκαθάρτου στόματος τὴν ἀλήθειαν προφέρεσθαι καὶ μάλιστα δι’ ἐκείνων, ἵνα μὴ προφάσει ταύτης ἐπιμίξαντες τὸ ἴδιον θέλημα τῆς κακίας «ἐπισπείρωσι» τοῦτο «καθεύδουσι» τοῖς ἀνθρώποις.
Μετάφραση
Εάν δε και πάλι κρύψει το δικό του ψεύδος και υποκριθεί ότι λαλεί με τα χείλη την αλήθεια —αφού όμως «δεν αγνοούμε τα νοήματά του»— μπορούμε να πούμε εκείνα που έχουν ειπωθεί γι' αυτόν από το Πνεύμα: «στον δε αμαρτωλό είπε ο Θεός· γιατί εσύ διηγείσαι τα δικαιώματά μου;» και «δεν είναι ωραίος ο αίνος σε στόμα αμαρτωλού». Διότι ο πανούργος δεν είναι αξιόπιστος ούτε και όταν λέει την αλήθεια. Και αυτό αφενός το έδειξε η Γραφή, διηγούμενη το τέχνασμά του προς την Εύα στον παράδεισο· αφετέρου τον ήλεγξε και ο Κύριος, πρώτον μεν στο όρος, διασχίζοντας την «πτυχή του θώρακά» του και δείχνοντας ποιος είναι ο δόλιος, και ελέγχοντάς τον ότι δεν είναι κάποιος από τους αγίους, αλλά ο Σατανάς που πειράζει, με τα λόγια: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· διότι είναι γραμμένο: Κύριον τον Θεό σου θα προσκυνήσεις, και αυτόν μόνο θα λατρεύσεις»· αλλά και όταν φίμωσε τους δαίμονες που κραύγαζαν από τα μνημεία. Διότι ήταν μεν αληθινό αυτό που λεγόταν από αυτούς, και δεν έλεγαν ψέματα τότε όταν έλεγαν: «εσύ είσαι ο Υιός του Θεού» και «ο άγιος του Θεού»· αλλά δεν ήθελε να προφέρεται η αλήθεια από ακάθαρτο στόμα, και μάλιστα από εκείνους, ώστε να μη βρουν την πρόφαση μέσω αυτής να αναμείξουν το δικό τους θέλημα της κακίας και να το «επισπείρουν» στους ανθρώπους «ενώ κοιμούνται».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες