Γέγραπται τοίνυν ὡδί· «Ἐγένετο δὲ, ὡς ἔτεκε Ῥαχὴλ τὸν Ἰωσὴφ, εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Λάβαν· Ἀπόστειλόν με ἵνα ἀπέλθω εἰς τὸν τόπον μου, καὶ εἰς τὴν γῆν μου· ἀπόδος μοι τὰς γυναῖκάς μου, καὶ τὰ παιδία μου, περὶ ὧν δεδούλευκά σοι, ἵνα ἀπέλθω. Σὺ γὰρ γινώσκεις τὴν δουλείαν, ἣν δεδούλευκά σοι· καὶ ὅσα ἦν κτήνη σου μετ᾽ ἐμοῦ. Μικρὰ γὰρ ἦν ὅσα σοι ἦν ἐναντίον μου, καὶ ηὐξήθη εἰς πλῆθος. Καὶ ηὐλόγησέ σε Κύριος ἐπὶ τῷ ποδί μου.
Μετάφραση
Έχει γραφτεί λοιπόν ως εξής: «Συνέβη δε, όταν η Ραχήλ γέννησε τον Ιωσήφ, να πει ο Ιακώβ στον Λάβαν: Άφησέ με να αναχωρήσω, για να πάω στον τόπο μου και στην πατρίδα μου. Δώσε μου τις γυναίκες μου και τα παιδιά μου, για τα οποία σε έχω υπηρετήσει ως δούλος, για να φύγω. Διότι εσύ γνωρίζεις την υπηρεσία που σου προσέφερα, και πώς έγιναν τα κοπάδια σου όσο ήταν μαζί μου. Διότι ήταν λίγα αυτά που είχες πριν από εμένα, και αυξήθηκαν σε μεγάλο πλήθος. Και ο Κύριος σε ευλόγησε εξαιτίας της παρουσίας μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες