Εἰ γὰρ μέλλοιμι, φησὶν, ἀμισθί τε καὶ διηνεκῶς κατανέμειν τὰ σὰ, πότε ποιήσω κἀγὼ ἐμαυτῷ οἶκον; τουτέστι πότε τοῖς ἐμαυτοῦ παιδίοις τὰ ζωαρκῆ συλλέξαιμι, κεκλήσομαι δὲ καὶ αὐτὸς οἴκου δεσπότης; Ἀλλὰ ταυτὶ μὲν Ἰακώβ. Μεταποιεῖται δὲ Λάβαν ὡς ἀγαθοῦ ποιμένος, ηὐλογεῖσθαί τέ φησιν ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ αὐτοῦ. Μεθίησι δὲ οὐδαμῶς· καίτοι τῆς ὑπὲρ τῶν θυγατέρων δουλείας εἰς πέρας ἡκούσης τὸ ὡρισμένον.
Μετάφραση
Διότι, εάν πρόκειται, λέει, να διαχειρίζομαι τα δικά σου χωρίς μισθό και συνεχώς, πότε θα δημιουργήσω και εγώ τον δικό μου οίκο; Δηλαδή, πότε θα συγκεντρώσω τα απαραίτητα προς το ζην για τα δικά μου παιδιά, και θα ονομαστώ και εγώ κύριος οίκου; Αλλά αυτά μεν τα έλεγε ο Ιακώβ. Ο Λάβαν όμως προσπαθεί να τον κρατήσει ως καλό ποιμένα, και λέει ότι έχει ευλογηθεί με την άφιξή του. Και με κανέναν τρόπο δεν τον αφήνει να φύγει, αν και η καθορισμένη δουλεία για τις θυγατέρες του είχε φτάσει στο τέλος της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες