Σὺ δέ μοι εἶπας, Εὖ σε ποιήσω. Πόσην οὐκ ἂν εὐφροσύνην ἐξέβαλεν οὗτος ὁ φόβος, εἰ καὶ πάντα τὸν ἔμπροσθεν χρόνον ἐν εὐθυμίᾳ διατετελεκὼς ἦν; Νῦν δὲ ἅπας ὁ βίος αὐτῷ καὶ ἐξ ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ἐν ᾗ τὰς εὐλογίας μέλλων λαμβάνειν προαποτεθνήκει τῷ δέει, διὰ συμφορῶν ἐπλέκετο καὶ ἐπιβουλῶν. Τοσοῦτον γὰρ αὐτὸν δέος τότε κατεῖχεν, ὡς μηδὲ μετὰ τὴν συντυχίαν, καίτοι γε χρηστῶς καὶ φιλανθρώπως αὐτῷ χρησαμένου τοῦ ἀδελφοῦ, θαῤῥῆσαι καὶ ἀποθέσθαι τὴν ἀγωνίαν. Παρακαλοῦντος γοῦν ἐκείνου συναπελθεῖν, καθάπερ θηρίου τινὸς ἀπαλλάττεσθαι μέλλων, οὕτως ἠξίου καὶ ἐσοφίζετο τὴν ἀναχώρησιν λέγων· Ὁ κύριός μου, γινώσκεις ὅτι τὰ παιδία ἁπαλώτερα, καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ βόες λοχεύονται ἐπ᾽ ἐμέ· καὶ ἐὰν οὖν καταδιώξω αὐτὰ, ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἀποθανοῦνται πάντα τὰ κτήνη. Προελθέτω ὁ κύριός μου ἔμπροσθεν τοῦ παιδὸς αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ ἐνισχύσω ἐν τῇ ὁδῷ, κατὰ σχολὴν τῆς πορεύσεως τῆς ἐναντίον μου, καὶ κατὰ πόδας τῶν παιδαρίων μου, ἕως τοῦ ἐλθεῖν με πρὸς τὸν κύριόν μου εἰς Σηείρ. Καὶ ἀναπνεύσας μικρὸν ἀπὸ τῶν κινδύνων ἐκείνων, εἰς ἕτερον πολλῷ χαλεπώτερον ἐνέπεσε πάλιν φόβον.
Μετάφραση
Εσύ όμως μου είπες: «Θα σε ευεργετήσω». Πόση άραγε ευφροσύνη δεν θα είχε εξαλείψει αυτός ο φόβος, έστω και αν όλο τον προηγούμενο χρόνο της ζωής του τον είχε περάσει μέσα σε ευθυμία; Τώρα όμως ολόκληρη η ζωή του, ήδη από εκείνη την ημέρα, κατά την οποία, ενώ επρόκειτο να λάβει τις ευλογίες, κόντευε να πεθάνει από τον φόβο, είχε συνυφανθεί με συμφορές και επιβουλές. Διότι τόσο πολύ τον κατείχε τότε ο φόβος, ώστε ούτε μετά τη συνάντησή τους, μολονότι ο αδελφός του του συμπεριφέρθηκε με καλοσύνη και φιλανθρωπία, δεν μπόρεσε να πάρει θάρρος και να αποβάλει την αγωνία. Όταν, λοιπόν, εκείνος τον παρακαλούσε να αναχωρήσουν μαζί, αυτός, σαν να επρόκειτο να απαλλαγεί από κάποιο θηρίο, τον παρακαλούσε και μηχανευόταν την αναχώρησή του, λέγοντας: «Κύριέ μου, γνωρίζεις ότι τα παιδιά είναι ευαίσθητα, και ότι τα πρόβατα και τα βόδια που γεννούν αποτελούν δική μου φροντίδα· εάν λοιπόν τα πιέσω πολύ στην πορεία, σε μία ημέρα θα πεθάνουν όλα τα κτήνη. Ας προχωρήσει ο κύριός μου μπροστά από τον δούλο του, και εγώ θα ακολουθήσω στον δρόμο ανάλογα με τις δυνάμεις μου, με τον αργό ρυθμό της πορείας που έχω μπροστά μου, και με το βήμα των παιδιών μου, μέχρι να έλθω προς τον κύριό μου στη Σηείρ». Και αφού ανέπνευσε για λίγο από εκείνους τους κινδύνους, έπεσε και πάλι σε άλλον, πολύ πιο φοβερό φόβο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες