Ὁ δὲ αἰτεῖ, πρόφασιν εὔλογον εὑρηκώς· Ὁ κύριός μου, φησὶ, γινώσκει, ὅτι τὰ παιδία ἁπαλώτερα, καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ βόες λοχεύονται· ἐὰν οὖν καταδιώξω αὐτὰ ἡμέραν μίαν, ἀποθανοῦνται. Οὐ δύναμαι, φησὶ, συντομώτερον ποιήσασθαι τὴν ἀποδημίαν, ἀλλ᾽ ἠρέμα καὶ κατὰ μικρὸν ἀναγκάζομαι ὁδοιπορεῖν διά τε τὰ παιδία καὶ τὰ ποίμνια, ὥστε μὴ διαφθαρῆναι τῷ πλείστῳ καμάτῳ. Πορεύου οὖν, φησὶν, αὐτὸς, ἐγὼ δὲ κατὰ μέρος ὑποτεμνόμενος τῶν παιδίων τὸν κάματον καὶ τῶν ποιμνίων, οὕτω καταλήψομαί σε εἰς τὴν Σηείρ. Ταῦτα ἀκούσας ὁ ἀδελφὸς, Εἰ βούλει, φησὶ, καταλείπω τινὰς τῶν σὺν ἐμοὶ μετὰ σοῦ, πολλῆς τιμῆς καὶ θεραπείας καὶ τοῦτο δεῖγμα ποιούμενος. Ὁ δὲ οὐδὲ τοῦτο καταδέχεται· Ἀρκεῖ μοι, φησὶν, ὅτι ὅλως εὗρον χάριν ἐναντίον σου. Τοῦτό μοι ἦν περισπούδαστον, τὸ εὐμενῆ σε εὑρεῖν. Ἐπεὶ οὖν τούτου ἐπέτυχον, οὐδενὸς ἑτέρου δέομαι. Καὶ ἀπάρας, φησὶν, Ἰακὼβ ἐποίησεν ἑαυτῷ σκηνὰς καὶ τοῖς κτήνεσιν αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸν τόπον, Σκηναί.
Μετάφραση
Εκείνος όμως παρακαλεί να μη γίνει αυτό, έχοντας βρει εύλογη πρόφαση: «Ο κύριός μου», λέει, «γνωρίζει ότι τα παιδιά είναι τρυφερά, και ότι τα πρόβατα και οι αγελάδες θηλάζουν· εάν λοιπόν τα πιέσω στην πορεία έστω και μία ημέρα, θα πεθάνουν. Δεν μπορώ», λέει, «να πραγματοποιήσω ταχύτερα την πορεία, αλλά αναγκάζομαι να οδοιπορώ ήρεμα και σιγά-σιγά εξαιτίας των παιδιών και των ποιμνίων, ώστε να μην εξοντωθούν από τον υπερβολικό κάματο. Προχώρησε λοιπόν εσύ», λέει, «και εγώ, μετριάζοντας σταδιακά τον κάματο των παιδιών και των ποιμνίων, θα σε προφθάσω με αυτόν τον τρόπο στη Σηείρ». Ακούγοντας αυτά ο αδελφός, λέει: «Αν θέλεις, να αφήσω μαζί σου μερικούς από αυτούς που με συνοδεύουν», παρέχοντας και με αυτό δείγμα μεγάλης τιμής και περιποίησης. Εκείνος όμως δεν δέχεται ούτε αυτό: «Μου αρκεί», λέει, «απλώς το ότι βρήκα χάρη ενώπιόν σου. Αυτό ήταν το μεγάλο μου μέλημα, το να σε βρω ευμενή. Εφόσον λοιπόν το πέτυχα αυτό, δεν έχω ανάγκη από τίποτε άλλο». Και αναχωρώντας, λέει, ο Ιακώβ έφτιαξε σκηνές για τον εαυτό του και για τα ζώα του· για τον λόγο αυτόν ονόμασε τον τόπο Σκηνές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες