Εἶτα μέτεισι «εἰς Σαλὴμ πόλιν Σικίμων,» ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν· οὗ δὴ πάλιν ὁ δίκαιος ἐγυμνάζετο, τὰ ἐπὶ Δίνᾳ τῇ θυγατρὶ πεπονθὼς ἀδικήματα. Ἡ μὲν γὰρ οἷά τε νεᾶνις καὶ παρθένος ἔτι κουρίζουσα, τῆς τοῦ πατρὸς ἐξέθει σκηνῆς, τὰς τῶν ἐγχωρίων ἐποπτεύουσα θυγατέρας. Ἀνεπτόηται γὰρ ἀεὶ τὸ θῆλυ γένος εἰς τὸ ἀγαπᾷν ἐπείγεσθαι τὸν ἰσήλικα. Οὐκοῦν ἐξέθει μὲν ἡ νεᾶνις· Ἐμμὼρ δὲ αὐτὴν ὁ Σιχὲμ οὐκ ἐν κόσμῳ κατεβιάζετο. Διεπαρθένευσε γὰρ, καὶ ἀσχέτως ἤδη πως ἐπιθυμίας ἐναλοὺς, καὶ σύνοικον ἠξίου ποιεῖσθαι τὴν κόρην. Τότε δὴ, τότε Συμεὼν καὶ Λευῒ, οἱ τῆς νεάνιδος ἀδελφοὶ, παρεθήγοντο πρὸς ὀργὰς, καὶ ἀφόρητον ἐποιοῦντο τὴν ὕβριν, ἀνόσιά τε λοιπὸν καὶ κατὰ τῶν ἠδικηκότων ἐσκέπτοντο δρᾷν. Ἀναπείθουσι μὲν γὰρ τοὺς ἀπὸ Σικίμων, τὴν πατρῴαν αὐτοῖς καὶ νενομισμένην συνελέσθαι περιτομήν. Ἀπεκτόνασι δὲ παντὸς ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν εἰς ἅπαν ἐξῃρημένων. Ἀλλ᾽ ἠγανάκτει πρὸς τοῦτο λίαν ὁ θεσπέσιος Ἰακὼβ, ἐπετίμα τε λέγων· «Μισητόν με πεποιήκατε, ὥστε πονηρόν με εἶναι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν.» Οὐ γὰρ μεμέτρηται τοῖς ἀπεκτονόσι τὰ ἐξ ὀργῆς, οὔτε μὴν ὡς ὑπὸ πατρὶ τεθραμμένοι δικαίῳ πεφρονήκασί τι τῶν οὐκ εἰς ἅπαν ἐκτετραμμένων. Πεπορθήκασι γὰρ, ἀπεκτόνασι δὲ τοὺς συνελομένους τὰ ἴσα φρονεῖν αὐτοῖς, καὶ πίστει τεθαῤῥηκότας.
Μετάφραση
Έπειτα μεταβαίνει «στη Σαλήμ, πόλη των Σικίμων», η οποία βρίσκεται στη γη Χαναάν· όπου βεβαίως πάλι ο δίκαιος δοκιμάστηκε, υποφέροντας τα αδικήματα σε βάρος της κόρης του, Δείνας. Διότι εκείνη, ως νεάνιδα και παρθένος που ήταν ακόμη στην κοριτσίστικη ηλικία, βγήκε έξω από τη σκηνή του πατέρα της, για να δει τις κόρες των ντόπιων. Επειδή το γυναικείο φύλο πάντοτε παρασύρεται στο να σπεύδει να αγαπά τους συνομηλίκους του. Λοιπόν, η νεάνιδα βγήκε έξω· και ο Συχέμ, ο γιος του Εμώρ, τη βίασε άκοσμα. Διότι την αποπαρθένεψε, και έχοντας πια κυριευθεί ασυγκράτητα από την επιθυμία, αξίωνε να κάνει την κόρη σύζυγό του. Τότε λοιπόν, τότε ο Συμεών και ο Λευί, οι αδελφοί της νεάνιδας, ωθήθηκαν σε οργή, και θεώρησαν ανυπόφορη την ύβρη, και σκέπτονταν πλέον να πράξουν ανόσια έργα εις βάρος εκείνων που τους αδίκησαν. Διότι, αφού έπεισαν τους κατοίκους των Σικίμων να δεχθούν την πατροπαράδοτη σε αυτούς και νενομισμένη περιτομή, τους σκότωσαν, έχοντας αποβάλει εντελώς κάθε έλεος και ευσπλαχνία. Αλλά αγανάκτησε πάρα πολύ γι' αυτό ο θεσπέσιος Ιακώβ, και τους επιτίμησε λέγοντας: «Με κάνατε μισητό, ώστε να φαίνομαι κακός στους κατοίκους της γης». Διότι δεν μετριάστηκαν τα έργα της οργής στους φονιάδες, ούτε βέβαια, ως αναθρεμμένοι από δίκαιο πατέρα, σκέφθηκαν κάτι που να μην είναι εντελώς διεστραμμένο. Διότι λεηλάτησαν και σκότωσαν αυτούς που είχαν δεχθεί να φρονούν τα ίδια με αυτούς και που είχαν δείξει εμπιστοσύνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες