Ὡς δὲ εἶπεν ὁ Ἰακὼβ, διὰ τὸ πεφθονῆσθαι μήποτε τὰς θυγατέρας αὐτοῦ λάβοι, τοῦτο πεποιηκέναι, ἐζήτει τοὺς θεοὺς αὐτοῦ Λάβαν, οὓς ἔκλεψεν ἡ Ῥαχήλ. Ὡς δὲ οὐχ εὗρεν, ἐπιτίθεται σφοδρῶς ὁ Ἰακὼβ ἐγκαλῶν. Καὶ τέλος, φαγόντες καὶ πιόντες, διεχωρίσθησαν ἀλλήλων, βουνὸν λίθων στήσαντες ἐκεῖ, ὃν καὶ Βουνὸν μαρτυρίου ἐκάλεσαν. Τότε συνήντησαν τῷ Ἰακὼβ ἄγγελοι Θεοῦ. Ἀποστέλλει ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὸν Ἡσαῦ, ἀπαγγέλλων αὐτοῦ τὴν ἐπιδημίαν. Ὡς δὲ ἦλθον οἱ ἀποσταλέντες, καὶ εἶπον ἔρχεσθαι τὸν Ἡσαῦ μετὰ τετρακοσίων ἀνδρῶν, περίφοβος γενόμενος δεῖται τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτὸν ἀπαλλάξαι τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου, καὶ πέμπει δῶρα τῷ Ἡσαῦ. Ὡς δὲ εἰσῆλθε τὸν χειμάῤῥουν ὁ Ἰακὼβ, καὶ εὐλογήθη, καὶ μετωνομάσθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ὁρᾷ τὸν Ἡσαῦ ἐρχόμενον, καὶ διελὼν τὸ πλῆθος, τὰς μὲν παιδίσκας μετὰ τῶν παίδων αὐτῶν πρώτας ἔταξε, τὴν δὲ Λείαν δευτέραν μετὰ τῶν παιδίων, καὶ τὴν Ῥαχὴλ μετὰ Ἰωσὴφ ἐσχάτην ἔρχεσθαι κελεύσας, αὐτὸς πρῶτος ἀπῄει. Ὡς δὲ εἶδεν αὐτὸν ἀσμένως ὁ Ἡσαῦ, καὶ τὰ δῶρα ἔλαβε παρ᾽ αὐτοῦ, ἠξίου συμπορεύεσθαι αὐτῷ· ὁ δὲ παρῃτεῖτο.
Μετάφραση
Όταν δε ο Ιακώβ είπε ότι το έπραξε αυτό επειδή φοβήθηκε μήπως από φθόνο του πάρει τις κόρες του, ο Λάβαν αναζήτησε τους θεούς του, τους οποίους είχε κλέψει η Ραχήλ. Επειδή όμως δεν τους βρήκε, ο Ιακώβ του επιτίθεται με σφοδρότητα και τον κατηγορεί. Και τελικά, αφού έφαγαν και ήπιαν, χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλον, αφού έστησαν εκεί έναν σωρό από λίθους, τον οποίο και ονόμασαν Βουνό του μαρτυρίου. Τότε συνάντησαν τον Ιακώβ άγγελοι του Θεού. Ο Ιακώβ αποστέλλει αγγελιοφόρους προς τον Ησαύ, αναγγέλλοντάς του την άφιξή του. Όταν δε επέστρεψαν οι απεσταλμένοι και του είπαν ότι έρχεται ο Ησαύ με τετρακόσιους άνδρες, κυριεύθηκε από φόβο και παρακαλεί τον Θεό να τον απαλλάξει από τον επικείμενο κίνδυνο, και στέλνει δώρα στον Ησαύ. Όταν δε ο Ιακώβ πέρασε τον χείμαρρο, και ευλογήθηκε, και άλλαξε το όνομά του, βλέπει τον Ησαύ να έρχεται. Αφού χώρισε το πλήθος, τοποθέτησε πρώτες τις δούλες με τα παιδιά τους, δεύτερη τη Λεία με τα παιδιά της, και διέταξε να ακολουθούν τελευταίοι η Ραχήλ με τον Ιωσήφ, ενώ ο ίδιος προπορευόταν. Όταν δε ο Ησαύ τον αντίκρισε με χαρά και έλαβε τα δώρα από αυτόν, του ζήτησε να συμπορευθούν· εκείνος όμως αρνήθηκε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες