δʹ. Ὅρα Θεοῦ οἰκονομίαν· ὅπερ γὰρ χθὲς ἔλεγον, τοῦτο καὶ νῦν ἐρῶ· ὅτι ὅταν βούληται ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης τὴν περὶ ἡμᾶς κηδεμονίαν ἐπιδείξασθαι, καὶ τοὺς ἀνημέρως πρὸς ἡμᾶς διακειμένους προβάτων ἡμερωτέρους ἐργάζεται. Σκόπει τοίνυν, ὅσην μεταβολὴν ἐπιδείκνυται ὁ Ἡσαῦ. Προσέδραμε γὰρ, φησὶν, εἰς συνάντησιν αὐτοῦ, καὶ περιλαβὼν ἐφίλησε· καὶ ἔκλαυσαν ἀμφότεροι. Μόλις ποτὲ ὁ δίκαιος ἀνέπνευσε, καὶ τὸν φόβον ἀπεσείσατο, καὶ τῆς δειλίας ἐλευθερωθεὶς, θαρσαλεώτερος γέγονεν. Ἀναβλέψας δὲ, φησὶν, Ἡσαῦ εἶδε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία, καὶ εἶπε· Τί ταῦτά σοί ἐστιν; Ὁρῶν γὰρ τοῦ ἀδελφοῦ τὴν περιουσίαν, ἐξενίζετο καὶ ἐθαύμαζε· διὸ καὶ ἐρωτᾷν ἐβούλετο. Τί οὖν ὁ δίκαιος; Τὰ παιδία, φησὶν, οἷς ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν παῖδά σου. Ὅρα πόση τῆς ἐπιεικείας ἡ ἰσχὺς, καὶ ὅπως διὰ τῆς τῶν ῥημάτων ταπεινοφροσύνης ἐκείνου τὸν θυμὸν κατεπράϋνε.
Μετάφραση
δ'. Δες την οικονομία του Θεού· διότι αυτό που έλεγα χθες, αυτό θα πω και τώρα: ότι, όταν ο Δεσπότης των όλων θέλει να επιδείξει τη μέριμνά Του για εμάς, κάνει ακόμη και αυτούς που διάκεινται άγρια απέναντί μας πιο ήμερους και από τα πρόβατα. Παρατήρησε, λοιπόν, πόση μεταβολή επιδεικνύει ο Ησαύ. Διότι έτρεξε, λέει, να τον συναντήσει, και αφού τον αγκάλιασε, τον φίλησε· και έκλαψαν και οι δύο. Επιτέλους ο δίκαιος ανέπνευσε και απέσεισε τον φόβο, και αφού ελευθερώθηκε από τη δειλία, έγινε πιο θαρραλέος. Όταν σήκωσε το βλέμμα του ο Ησαύ, λέει, είδε τις γυναίκες και τα παιδιά, και είπε: «Τι είναι αυτοί για εσένα;» Διότι, βλέποντας την περιουσία του αδελφού του, παραξενευόταν και θαύμαζε· γι' αυτό και θέλησε να τον ρωτήσει. Τι λέει λοιπόν ο δίκαιος; «Είναι τα παιδιά», λέει, «με τα οποία ο Θεός ελέησε τον δούλο σου». Δες πόση είναι η δύναμη της επιείκειας, και πώς, μέσω της ταπεινοφροσύνης των λόγων του, καταπράυνε τον θυμό εκείνου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες